Friday, January 14, 2022

..............Αυτοκινούμενο παγκάκι

 Παρασκευή 14 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής 

Περπατάω πάνω κάτω, ανυποψίαστα. Θέλω να δώσω την εικόνα πως δεν είμαι ένας παθιασμένος παρατηρητής των συγκινήσεων. Μπορεί να κατηγορηθώ ως απειλή της προστασίας των προσωπικών στιγμών των ανθρώπων. Όμως εγώ είμαι εκεί, απέναντι από τον κύριο με το γκρι κοστούμι. Η δική μου πλευρά είναι και εκείνη γκρι. Καμία ακραία όψη, κανένας χρωματικός τόνος που να ξαφνιάζει το βλέμμα. Στην άλλη όμως πλευρά κυριαρχεί το κίτρινο και το πράσινο. Ο ήλιος που ανεβαίνει πάνω, πίσω από την πλάτη μου, ζωηρός και περήφανος, ρίχνει το χρυσό φως του απέναντι. Εκεί στην άλλη πλευρά, απλώνεται μια μεγάλη λεωφόρος, ψηλά πάνω από το ποτάμι, με θεόρατα δέντρα και πυκνές φυλλωσιές, που φωτίζονται από τις διαπεραστικές και αδίστακτες ακτίνες του ήλιου. Μια πράσινη φωτογραφία με φλας είναι η πιο παράταιρη φωτεινή εκδοχή της στερημένης από φωτεινά χρώματα μίζερης πραγματικότητας. Τα πάντα γίνονται πρασινοκίτρινες αντανακλάσεις και όσοι  περαστικοί τις διασχίζουν θα μπορούσαν να χαθούν για πάντα μέσα στο σύμπαν τους και να γίνουν πρωταγωνιστές του ονείρου.


Εκεί κάπου ο δικός μου πρωταγωνιστής ταξιδιώτης του κυλιόμενου πεζοδρομίου μετατρέπεται για λίγο σε ανθρωποειδές, μισός σάρκα, μισός γυαλί. Η δεξιά του πλευρά, βιτρό σχηματισμένο από μικρά κομμάτια διάφανου πράσινου και κίτρινου γυαλιού κουβαλάει πάνω της όσα είδωλα καθρεφτίζονται και συμμετέχουν, αφομοιώνονται, παρασύρονται στην νιρβάνα του. Η άλλη του πλευρά απόλυτα κοσμική, γήινη αλλά ανεπηρέαστη από την κοσμικότητα του πλήθους. Η εμπειρία αποτυπώνεται στην ηλικία αλλά κυρίως στην αποδοχή αυτής και αυτό είναι πολύ γοητευτικό. Ο κύριος με το γκρι κοστούμι μπορεί ακόμη να μαγνητίζει τα βλέμματα, να γίνει χορευτικός παρτενέρ ωραίων κυριών, να φλερτάρει με την πρόκληση. Τώρα δοκιμάζει και δοκιμάζεται από μία νέα ερωμένη, την τεχνολογία και μοιάζει απόλυτα αποφασισμένος να απατήσει, χωρίς μάλιστα να ενδιαφέρεται να δώσει ιδιαίτερες εξηγήσεις. Εκείνη βρίσκει έκφραση στο αυτοκινούμενο παγκάκι αποτελώντας μια καλλιτεχνική παράκρουση του κλασικού ρεαλισμού που μεταφράζεται ως επιστημονική παραποίηση του κατεστημένου. Ένα είδος τεχνολογικού παραστρατήματος που στρέφει το ενδιαφέρον του  πρωτοπόρου στη διαχρονικότητα σκοντάφτει  πάνω σε ένα άλλο, εκείνο της απεγνωσμένης ελπίδας για συνέχεια. 


Το παγκάκι είναι σα σύννεφο που ενώ κινείται παραμένει σταθερά εντός του οπτικού μου πεδίου. Κατευθύνομαι παράλληλα, με βήμα γοργό και προσπαθώ να μη χάσω λεπτό από την πορεία του, η οποία φαίνεται να είναι κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβανόμενη. Υπάρχει ροή αλλά καμία μετατόπιση και αυτό είναι πολύ περίεργο. Όμως δεν παύει να μου προκαλεί ενδιαφέρον αυτή η μικρή περιπέτεια και για πρώτη ίσως φορά στη ζωή μου δεν προσπαθώ να καταλάβω. Η κατάσταση είναι σαν επαναλαμβανόμενα ακόρντα ενός τραγουδιού που η τελική του ωστόσο μελωδία είναι υπέροχα μοναδική. Τεχνολογικό καλλιτέχνημα τελικά δεν είναι το αντικείμενο, ούτε ο άνθρωπος στον οποίο απευθύνεται, ούτε η διαδικασία που συντελείται, ούτε το τεχνικό αποτέλεσμα. Τεχνολογικό καλλιτέχνημα είναι πως ταξιδεύεις σε ένα χρονικό διαρκές εντός ενός περιορισμένου χώρου. Νιώθεις και ξανανιώθεις το συναίσθημα που ο ταξιδιώτης όφειλε να έχει για να παραμείνει καθήμενος στο παγκάκι, εκείνο της εσωτερικού επαναπροσδιορισμού της ύλης του. Σε αυτόν τον επαναπροσδιορισμό, η πνευματική ανασύνταξη ενδέχεται να ταιριάξει με εκείνη που αναζητάς ακόμη και ως παρατηρητής, από την απέναντι πλευρά της όχθης του ποταμού που ρέει με βάση τους κανόνες της φύσης και όχι εκείνους που εσύ έθεσες στην πορεία της ζωής σου. 


Κι ενώ σου έχουν πει να αφήσεις τα πράγμα να γίνουν φυσικά και ενώ δεν εμπιστεύτηκες ποτέ αυτήν την προοπτική, τώρα συνειδητοποιείς πως υπάρχει μια άλλη φύση αφύσικη με την οποία μπορείς να ταιριάξεις καλύτερα. Εκείνη αποτελείται από συμπτωματικές πνευματικές ενώσεις και έχει μια θέση της στη ζωή, ακριβώς ανάμεσα από τον καλλιτέχνη, τον πομπό  και τον δέκτη του έργου. Έτσι ακριβώς ανάμεσα από το αυτοκινούμενο παγκάκι, τον κύριο με το γκρι κοστούμι και εμένα εμφανίζεται ένα φυσικό φαινόμενο που θα αποκλειστεί από το καθιερωμένο αυθύπαρκτο γίγνεσθαι της ύλης και θα μετουσιωθεί σε ένα γίγνεσθαι υπαρξιακά συνδεδεμένο με τον ασχημάτιστο κόσμο των ιδεών. Όταν ο κύριος σηκωθεί από το παγκάκι βλέπω πως δεν είχε καμία ιδέα σε τι συμμετείχε όπως μάλλον ούτε ο επόμενος θα έχει. Μόνο οι παρατηρητές που θα συνδεθούν μαζί τους.


WINTER 2022


Thursday, January 13, 2022

Αυτοκινούμενο παγκάκι

 Πέμπτη 13 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής

Ο κύριος με το γκρι κοστούμι και την γκρι ρεπούμπλικά του χαμηλά στο κεφάλι να του μισοκρύβει  τα μάτια, κάθεται στο παγκάκι μπροστά από το ποτάμι. Παρατηρώντας τον, παλεύω να ξεφύγω από την ψευδαίσθηση που μου δημιουργεί η ροή του ποταμιού σε σχέση με τη δική του άπνοη στάση. Όπως ξεμακραίνω με το πλοίο θαρρώ πως όχι εγώ αλλά εκείνος και παρέα του το παγκάκι, ξεμακραίνουν σαν ένα αυτοκινούμενο. Μοιάζουν μαζί σαν επιστημονικό έκθεμα σε έναν εικαστικό χώρο όπου κάποιος νεωτεριστής επιστήμονας θέλησε να παρουσιάσει την τέχνη που δημιουργεί ο συνδυασμός της αυθεντικότητας του διαχρονικού με την ακεραιότητα της πρωτοπορίας. Μοντέλα και ταυτόχρονα πρωταγωνιστές αυτού του επιστημονικού καλλιτεχνήματος το παγκάκι και ο κομψός μεταμεσήλικας κύριος.


Σε αυτό το έκθεμα ένα κυλιόμενο πεζοδρόμιο μπαίνει σε λειτουργία και μετακινεί τα στερεωμένα πάνω του παγκάκια λειτουργώντας στα πλαίσια της τεχνητής νοημοσύνης. Όταν ο καθήμενος σε αυτά επιδιώκει τη σύνδεση με το ποτάμι και έλκεται από την προοπτική πνευματικού διαλογισμού που μπορεί να προκύψει από αυτήν του τη σύνδεση, τότε το κυλιόμενο πεζοδρόμιο διαβάζει την ενέργεια αυτή και μονάχα τότε μπαίνει σε λειτουργία. Διαφορετικά μια ταλάντωση που παραμορφώνει το παγκάκι δίνοντάς του μια αφιλόξενη απότομη καμπυλότητα εκτόξευσης, εκτοπίζει τον επισκέπτη μακριά αποτρέποντας τον από ένα τέτοιο αντίστοιχο εγχείρημα στο μέλλον αν προπάντων δεν βρίσκεται σε ανάλογη πνευματική νηνεμία με εκείνη που η συνθήκη κίνησης επιτρέπει.


Απαραίτητο επίσης είναι τα πρόσωπα που θα μπορούν να βιώνουν κάθε φορά την εμπειρία της αυτοκίνησης να έχουν μια εκλεπτυσμένη γοητεία. Οι κακόγουστοι στην έκφραση, στο παρουσιαστικό τους, την έκφραση, στις ιδέες και στα ρούχα τους θα απορρίπτονται επίσης. Η εκλεπτυσμένη γοητεία θα είναι άμεσα συνυφασμένη με την προσεγμένη στιλιστική επένδυση του έργου προκειμένου να λειτουργεί και ως μια εικαστική πινελιά ανάλογη με αυτή που αρμόζει στο περιβάλλοντα, του ποταμού, χώρο. Το τελικό αποτέλεσμα θα πρέπει να βελτιώνει την εικόνα του σημείου από όπου ο κόσμος περνά καθημερινά για να κάνει έναν περίπατο, να ταξιδέψει για λίγο στη μαγεία της πρωινής ομιχλώδους βαρκάδας ή της απόκοσμα όμορφης νυχτερινής πλωτής γευσιγνωσίας, για να εμπνευστεί, να καλλιτεχνήσει και να ερωτευτεί. 


Έτσι τα πρόσωπα - επισκέπτες στο παγκάκι, φορούν μόνο γραμμές που κολακεύουν τη σιλουέτα, κοιτάνε με βλέμμα αυτοπεποίθησης, αυτοεκτίμησης και λαγνείας, μιλάνε λακωνικά και στοχευμένα στο καλό, το απλό και το ανθρώπινο. Δεν είναι αμετροεπείς, πρόστυχοι, υπερφίαλοι και απροσάρμοστοι. Τα χέρια τους είναι δυνατά, ετοιμοπόλεμα για όποια μάχη ενάντια στη μιζέρια και την ένδεια, τα χείλη χαλαρά και μισάνοιχτα σε θέση να σιγοψιθυρίσουν ένα όμορφο τραγούδι, τα βλέφαρα ελαφρά και ταπεινά στο φως που πάει να κοροϊδέψει το σκοτάδι και θαρραλέα όταν κοιτάνε το σκοτάδι που απειλεί το φως. Ο δικός μου επισκέπτης μέσα στο λευκό του πουκάμισο, το ανοιχτόχρωμο γκρι κοστούμι με το ασορτί σφιχτό γιλέκο, το χαμηλωμένο καπέλο, τα χέρια στις τσέπες, τα τεντωμένα μπροστά σταυρωμένα πόδια, τη λεπτή κορμοστασιά και το σκληρό δέρμα στο πρόσωπο είναι από εκείνους που ταιριάζουν απόλυτα με το προφίλ το επισκέπτη που ζει απόλυτα την εμπειρία του εδώ. “Πρέπει να τον προλάβω!” σκέφτομαι και κατεβαίνω στην προβλήτα απέναντι.


WINTER 2022

Wednesday, January 12, 2022

Συνθήκη προτροπής

 Τετάρτη 12 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής 

Κάπου εκεί το μυαλό δουλεύει σε μια σταθερή επανάληψη. “ Επιτέλους πρέπει να κοιμηθώ, πρέπει να κοιμηθώ, πρέπει να …….. ” είναι η πρόταση που γυρνάει στο μυαλό το οποίο σιγοντάρεται από το κορμί. Καμία θέση δεν το βοηθάει να βρει την ησυχία που θέλει όχι γιατί είναι άβολα τοποθετημένο αλλά γιατί πονάει παντού. Πρέπει όμως πρώτα να αντιμετωπίσω την υπερένταση που προκαλείται από την τσουχτερή ενόχληση που μοιάζει σα να χτυπάς πάνω σε παγωμένο μέταλλο. Αντανακλάστικός πόνος όπως ο ήχος της καμπάνας. Γεννιέται εδώ και σεριανίζει μέχρι και δεκάδες μέτρα μακριά. Πονάει η άρθρωση του χεριού μου και νιώθω διάχυτες δονήσεις στα πέλματα. Και όλο αυτό γιατί υποτίμησα τη δυσκολία να κατασκηνώσει κανείς μια χειμωνιάτικη νύχτα μέσα στο δάσος. 


Η παρέα αποτελείται από εμάς τις πέντε. Γυναικεία υπόθεση. Οι δύο έχουν αρκετή εμπειρία από ανάλογες παλικαριές σε βουνά, κάμπους, ακροθαλασσιές. Τα κορίτσια ξέρουν να στήνουν και να ξεστήνουν σκηνές, να ανάβουν φωτιά και να είναι ετοιμοπόλεμες στα παράδοξα του καιρού και της νύχτας. Οι υπόλοιπες είμαστε κατά βάση θεωρητικές, με εμένα μόνο να αρέσκομαι σε χειρωνακτικά πειράματα αν και καταλήγω συνήθως με εκδορές και μελανιές. Πάντα πίστευα πως μπορούσα και μου ταίριαζε πολύ να φτιάχνω πράγματα με τα χέρια και αυτό είναι εξαιρετικά οξύμωρο σε σχέση με το ότι κυρίως πνευματικό κόπο έχω να θυμάμαι μέχρι τη στιγμή ετούτη. Απόψε απέδειξα ότι μπορώ να κουβαλήσω, να στερεώσω, να δέσω, να λύσω και να παραμείνω με υψηλό ηθικό ως το τέλος. Όμως το σώμα δεν είναι καμωμένο για τέτοια, δεν έχει αντοχή, έχει μάθει αλλιώς. Έτσι τώρα, ντυμένη με μια φλις μπλε ολόσωμη φόρμα, μάλλινες κάλτσες και σκουφί, συνάμα καλυμμένη με ένα σλίπινγκ μπανγκ ατενίζω το κλειστοφοβικό ταβάνι της σκηνής και γυρεύω να βρω τη θέση που θα με ξεκουράσει.


Έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνω πως μάλλον πλάι σε μια φουντωμένη φωτιά θα βρω τη θέση μου γι’ απόψε. Η φωτιά που ανάψαμε, έσβησε. Το σημείο που κατασκηνώσαμε ευτυχώς είναι κοντά σε ένα τουριστικό ράντζο που οι ιδιοκτήτες του φροντίζουν πάντα σε συνεννόηση με τους τοπικούς άρχοντες της περιοχής να προμηθεύουν με ξύλα την κατασκήνωση από το  ίδιο το δάσος. Εκείνοι παρέχουν τις υπηρεσίες περιποίησης και καθαριότητας από παλιά κλαδιά και γερασμένα δέντρα οπότε ως ανταμοιβή κρατούν όσα από αυτά κόβονται προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για καύσιμη ύλη. Υπάρχουν λοιπόν αρκετά που να μπορούν  να θερμάνουν πολλές χειμωνιάτικες ώρες. Βαδίζω μέσα στην παγερή νύχτα κάτω από τον έναστρο ουρανό και φτάνω στη σωρό με τα ντανιασμένα ξύλα. Αρπάζω μερικά μέσα στην αγκαλιά μου και επιστρέφω έξω από τη σκηνή. Στήνω τα ξύλα σε πυραμίδα, τοποθετώ στη βάση τους μερικά ξερά φύλλα και μικρά κλαδιά, τσαφ ένα μεγάλο σπίρτο και μια γενναία φωτιά ξεπηδάει και στέλνει σπίθες που παν να συναντήσουν τα αστέρια. 


Όση ώρα μεσολαβεί από τη στιγμή που βγαίνω για ξύλα μέχρι την ώρα που η φωτιά είναι γεγονός, το σώμα έχει βρει τη θερμοκρασία που χρειάζεται όσο καμία πνευματική δραστηριότητα δεν μπόρεσε ποτέ να φέρει στους μύες μου τον βαθμό θερμότητας που ζητούν. Νιώθω απεριόριστα περιφανή που με διόλου βοήθεια κατάφερα να δώσω φλόγα, μια ιδέα ζωής, στο μικρό αυτό κομμάτι του απεριόριστου άλλα μοναδικού συμπαντικού παζλ του κόσμου της νύχτας. Μέχρι πριν λίγο, τολμηρό θεωρούσα το να τσακίσω τα τακούνια του αγαπημένου μου ζευγαριού πέδιλων, περιπλανώμενη στα καλντερίμια ενός ελληνικού νησιού και όχι με σκισμένα από το κρύο χέρια να διανύω μόνη μέσα στο σκοτάδι ένα δασικό μονοπάτι στη μέση ενός πουθενά. Πιθανόν από εδώ και στο εξής να νιώσω πως εκεί ακριβώς υπάρχει ένα ολοκληρωτικό παντού. Μαθαίνω απόψε πως παντού μπορεί κανείς να βρει τους καλά κρυμμένους θησαυρούς του, να βγει πιο μπροστά από τον ίδιο του τον εαυτό και να διεκδικήσει την ευκαιρία του στη φωτιά. Στο σημείο αυτό ένα μαγικό κάλεσμα φέρνει την παρέα έξω από τη σκηνή. Ποτέ πια πριν δεν έτυχα σε μια τέτοια συνθήκη προτροπής που να ξεκινάει από εμένα.


WINTER 2022

Tuesday, January 11, 2022

Μια κατηφόρα δρόμος, η “ανηφόρα”

 Τρίτη 11 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής 

Κατηφορίζω χοροπηδηχτά την απότομη λεωφόρο. Χαμπουργκεράδικα, δισκοπωλεία, τσαγκάρικα, ανθοπωλεία από τη μία. Από την άλλη πλευρά τραπεζικά καταστήματα, είσοδοι πολυώροφων εταιριών και ψηλές τζαμαρίες με εφέ καθρέφτη ή φιμέ απόχρωση. Όσο εγώ παρασύρομαι από την ίδια μου τη φόρα τόσο τα πράγματα αριστερά και δεξιά μου , μεταμορφώνονται σε γρήγορα, επαναλαμβανόμενα κινηματογραφικά τρέιλερ. Φορές φορές κόβει τη φόρα μου ένας περαστικός, ένα απρόσμενο αντικείμενο ή ένα δικό μου στραβοπάτημα. Συχνά όμως διακόπτει την παιδιάστικη ανεμελιά μου ένα γοργό λαχάνιασμα από τον έντονο παλμό που για κάποια ώρα διατηρώ. Πιθανόν όμως οι λόγοι που το προκαλούν να είναι άλλοι.


Όταν αυτό το λαχάνιασμα μου φρενάρει την αποφασιστικότητα και τη διάθεση για τολμηρές εμφανίσεις μέσα στον κόσμο που απαρατήρητος ζει την επανάληψη του, τότε ακριβώς είναι που αναρωτιέμαι αν αυτές οι γρήγορες αναπνοές είναι μια μηχανική αντίδραση του οργανισμού ή κάτι άλλο. Φυσικά θεωρώ πως τίποτα δε θα έπρεπε να εμποδίζει τον επιστήμονα να καταλήξει σε συμπεράσματα που προκύπτουν όχι μόνο από την αυθυπαρξία κάθε ζωντανού οργανισμού αλλά και από τα παράπλευρα δεδομένα που συνυπάρχουν μέσα στη ίδια του την ύλη. Με άλλα λόγια νιώθω λαχανιασμένη καθώς ο αέρας που περισσεύει στον καθένα να αναπνεύσει είναι συγκεκριμένος και όταν μάλιστα η ζήτηση του είναι αυξημένη σε ένα πολυπληθές περιβάλλον απλά μειώνεται το ποσοστό που μας αναλογεί. Αυτό είναι το λεγόμενο για εμένα αγοραφοβικό λαχάνιασμα, όχι γιατί οι οντότητες ως παρουσίες είναι εκείνες που ενοχλούν αλλά γιατί απλά διεκδικούν περισσότερο αέρα από αυτόν που επαρκεί για καθέναν ξεχωριστά. Αυτό ίσως νιώθω τώρα.


Την ώρα αυτή σκύβω να δέσω τα κορδόνια μου που δεν έχουν λυθεί, έχουν απλά χαλαρώσει. Αφορμή, ελπίζοντας πως αν κλείσω το σώμα μου μπροστά σώσω μερικές αναπνοές για μένα και στριμώξω εσωτερικά αέρα που θα χρειαστώ. Σηκώνομαι λίγα δευτερόλεπτα μετά και αποφασίστηκα διανύω τη λεωφόρο απέναντι, στην πλευρά με τα τζάμια που καθρεφτίζουν ότι συμβαίνει μπροστά τους. Εκεί η ανάσα καταφέρνει να βρει σιγά σιγά το ρυθμό της, γίνεται πιο αργή και όσο οι καθρέφτες δημιουργούν την ψευδαίσθηση μεγαλύτερου χώρου μένεις με την εντύπωση πως ο αέρας είναι και αυτό πιο πολύς. Αυτή είναι η λεγόμενη πνευματική ανασυγκρότηση που αναπόφευκτα θα οδηγήσει στο σταδιακό ξελαχάνιασμα που έρχεται και με βρίσκει. Τόσο η εντύπωση του όλου όσο και ο αυτοέλεγχος επιδρούν στο κατευναστικό αίσθημα. Καθώς σου αποκαλύπτονται μόνο όσα εσύ θες να δεις και σύντομα αποτελέσουν το συνειδητό σύμπαν όσων τα μάτια μας προτιμούν να βλέπουν και το μυαλό  γουστάρει να σκέφτεται, αρχίζεις να νιώθεις πως υπάρχει λίγος αποθεματικός αέρας βαθιά μέσα σου.

Ενώ παράλληλα παρατηρώ εμένα στους καθρέφτες, βλέπω στο είδωλό μου αυτό που θέλω από νωρίς το πρωί σήμερα να βλέπω. Στο σκούρο “λερωμένο” ροζ στρατιωτικής αυστηρής γραμμής παλτό μου διακρίνω περισσότερο το χρώμα και τη σιλουέτα που περίτεχνα σχηματίζεται μέσα σε αυτήν τη γραμμή. Στα ατίθασα, αγριεμένα μαλλιά μου εντοπίζω τον πλούτο της κόμης μου. Στις γραμμές που διαπερνούν διάφορα σημεία του προσώπου μου διακρίνω κοριτσίστικα  χαμόγελα και τρανταχτά γέλια. Στα μοβ σουέτ με χρυσά κορδόνια αθλητικά μου παπούτσια διακρίνω εμένα. Και σε όλα αυτά μαζί βλέπω, πως μπορώ όποτε λαχανιάζω να θυμάμαι την ψυχή μου, εκείνη που κρατάει πάντα λίγο αέρα για να τροφοδοτήσει όποτε χρειαστεί του πνεύμονές μου.


WINTER 2022

Monday, December 20, 2021

Εγωκεντρικό κυνηγητό

Δευτερά 20 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματολόγια

Ανεβαίνω γρήγορα τα σκαλιά και έχω φτάσει. Πατάω σταθερά και νιώθω ακόμη ότι ανεβαίνω κι άλλο. Είναι σα να με κυνηγάει το εγώ μου, σα να με κυνηγάει ο εαυτό μου που έχω σαράντα χρόνια να αντικρίσω κατάματα. Πως θα σταθεί ανάμεσα σε αυτό το πλήθος, πως θα αντιμετωπίσει την αλήθεια του που με καταδιώκει. Θα μπορούσα να την αφήσω να με πιάσει, να με βρει, να με γδύσει, να με απογυμνώσει. Όμως δε ξέρω πως να ζήσω έτσι μετά, πως να σταθώ όρθια απέναντι στο συναίσθημα που θα με κατακλύσει. Και αν σπάσω τόσο που δεν καταφέρω ξανά να γίνω ποτέ εγώ; Και αν καταφέρω να συνδέσω τα κομμάτια της ψυχής μου αλλά έχω γίνει άλλη; Και καλώς αν δε με αναγνωρίζω, αλλά αν με θυμάμαι αλλά δεν ξέρω πως να με φτάσω πια; 


Σπαταλώ εδώ και κάποια ώρα ενέργεια κάτι που δε συνηθίζω να κάνω σωματικά. Αυτό μου συμβαίνει κάθε μέρα όλη μέρα αλλά πνευματικά. Ανακοινώνω συχνά στον εαυτό μου και στους δικούς μου πως θα πάω για τρέξιμο. Το κάνω για να αφήσω μια φωνητική υπόσχεση στο σύμπαν και να νιώσω εκτεθειμένη στην περίπτωση που δεν κρατήσω το λόγο μου. Τρέχοντας παρατηρώ καλύτερα τα πράγματα αλλά συνήθως βαριέμαι, όχι να παρατηρώ αλλά να τρέχω. Κάποιες πάλι φορές τρέχω ατελείωτα και δε με σταματάει τίποτα και κανείς. Νιώθω πως πρέπει να ξεφύγω από την ασύδοτη περισυλλογή μου και ανάλυση. Είναι σα να εκτοξεύω το θυμό μου προς εμένα που δεν μπορώ να αφεθώ στη δική μου αλήθεια. Να αγαπώ χωρίς τέλος, να δείχνω την ψυχή μου χωρίς κανένα φόβο, να καταναλώνομαι συναισθηματικά μέχρι να τρομάξω τους πάντες γύρω μου και να σκεφτούν καλά για πιο λόγο είναι ο ένας για τον άλλο.


Εκεί έξω από τα σκαλιά του μετρό βαστάζω τα γόνατά μου και σκύβω κάτω, να καλύψω το πρόσωπό μου από τον παγωμένο αέρα, να ξεκουράσω τις πλάτες μου, να μαζέψω το στομάχι μου, να ελέγξω τις αναπνοές μου. Δάκρυα μαζεύονται στα μάτια και παραμένουν λίμνες μισοπαγωμένες χωρίς υπερχείλιση χωρίς βυθό που να μην κινδυνεύεις, αν υπήρχε, να χαθείς μέσα του μια για πάντα. Σηκώνομαι σιγά σιγά και ηρεμώ την αναπνοή μου. Βάζω στόχο το παγκάκι απέναντι. Ισιωνω το μπλε πουπουλένιο ανάγλυφο μεταξωτό μπουφάν μου με τον υπερμεγέθη όρθιο γιακά που καλύπτει όρθιος, το μισό μου πρόσωπο και τραβάω τα ρεβέρ του φαρδύ τζιν παντελονιού μου. Παρατηρώ περπατώντας αργά πως το γυμνό κομμάτι των ποδιών μου μεταξύ παντελονιού και των λευκών μου σνικερς έχει κοκκινίσει από το κρύο και την τριβή που προκάλεσε στο τρέξιμο το σκληρό ύφασμα. Καταλαβαίνω λοιπόν πόσο παραδομένη ήμουν σε αυτό το εγωκεντρικό κυνηγητό. Όσο αρχίζω να ηρεμώ παίρνει θερμοκρασία και το σώμα.


Μόλις καθίσω νιώθω πως αρχίζω να ζεσταίνομαι και ανεβάζω λίγο τα μανίκια πάνω από τους καρπούς, στηρίζω τους αγκώνες μου στα γόνατα και πλέκω τα δάχτυλά μου σαν σε προσευχή. Προσέυχομαι μερικές φορές. Όχι όσο παλιά. Νιώθω πως στα τόσα βάσανα του κόσμου, Κανείς δε θα ακούσει τις προσευχές μου. Όμως τώρα προσεύχομαι χωρίς να πρέπει να βρει προορισμό η προσευχή. Προσεύχομαι σα να έχω την τύχη μου στα δικά μου χέρια και περιμένω να ακούσω η ίδια τις προσευχές μου. Συνέρχομαι σαν καταλάβω πως έχω ακόμη χρόνο να ζητήσω από το μέσα μου να βγει μια βόλτα μεγάλη, να ανοίξει, να κάνει ότι χρειάζεται για να βρει όσο οξυγόνο πρέπει για να αναπνεύσει σε ρυθμό δικό μου. Προσεύχομαι να παρακάμψω εκείνους που νομίζουν άλλα από αυτά που εγώ νομίζω και με παρακάμπτουν συστηματικά χωρίς τη γνώμη μου, χωρίς να βλέπουν την ευαίσθητη ματιά μου. Μα πάνω από όλα χωρίς να εκτιμούν την δική τους ευαίσθητη ματιά.


WINTER 2021

Monday, December 6, 2021

Τα τρία κλειδιά: Αποχώρηση

 Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματομαγείας

Το τρένο σταματάει έξω από το σταθμό και μουδιασμένη φτάνω μέχρι την πόρτα. Έπειτα κοντοστέκομαι στο τελευταίο σκαλοπάτι και με ένα πλατύ βήμα προσγειώνομαι στην αποβάθρα. Χώνω τα χέρια βαθιά στις τσέπες και τα πιέζω κάτω σα να ψάχνω να βρω ένα τέρμα πιο βαθιά από αυτό που ήδη έχουν, σα να μην είναι αρκετή η τσέπη να ζεστάνει τα παγωμένα μου χέρια ή σα να ψάχνω ένα μυστικό καλά κρυμμένο σαν έκπληξη, σα νόμισμα χαμένο που χρόνια μετά τυχαία βρίσκεις στην τσέπη του παλτό σου. Νιώθω ένα χέρι να μ’ ακουμπάει και μου δίνει χειραψία. Δυσκολεύομαι να βγάλω τα χέρια από τις τσέπες και αφού με βαριά καρδιά το αποφασίζω να τα εκθέσω στην ψυχρή απογευματινή ανταποκρίνομαι με μια ζεστή αγκαλιά. Η κομψή συντάκτρια με τις μεγάλες παλάμες και τα μακριά δάχτυλα με πιάνει περνώντας τα δάχτυλά της γύρω από τα μπρατσά ψηλά , κοντά στου ώμους και νιώθω τα ακροδάχτυλα να ακουμπάν σχεδόν τις ωμοπλάτες. Το πιάσιμό της είναι δυνατό και ενθαρρυντικό. “Νιώθεις πως έχεις ήδη διανύσει αρκετό δρόμο, μα έχεις ακόμη να διανύσεις πολύ”, μου λέει και μου χαμογελά. 


Επιστρέφω, με τα πόδια, στο κρύο όπως φαντάζομαι δωμάτιο. Απουσιάζω από το πρωί και σίγουρα η φωτιά θα έχει σβήσει. Τα ξημέρωμα γυρνάω στην πατρίδα και δεν ξέρω αν αξίζει να ανάψω φωτιά, να παραμείνω στους τέσσερις τοίχους του θλιμμένου πια δωματίου, εκεί που θα αφήσω μόνο την ανάμνησή μου σε αποτύπωμα σκέψης και έκφρασης. Ίσως καλύτερα να μείνω ως αργά στο σαλόνι υποδοχής, να διαβάσω, να πιω ένα ζεστό τσάι, να επεξεργαστώ τα κείμενά μου, να έχω την παρέα των επισκεπτών. Η μοναξιά είναι πάντα μοναξιά αλλά πάντα λίγο πριν το τέλος παίρνει μια άλλη διάσταση, γίνεται πιο απειλητική. Για να γράψεις πρέπει να επιλέξεις να μείνεις μόνος, για να αλληλεπιδράσεις με τον δικό σου εσωτερικό κόσμο, τον μόνο που έχεις στη διάθεσή σου. Όμως τώρα δε θέλω άλλο να γράψω, ούτε να να ψάξω περισσότερο ακόμα μέχρι τον πάτο της ψυχής μου, να ανακαλύψω και να παραγνωριστώ με τα πιο υπόγεια μονοπάτια της.  Δεν τα κατάφερα καθόλου άσχημα τις μέρες μου εδώ πέρα. Μάλιστα τώρα που βαδίζω και το χιόνι κάθεται στα ρούχα μου διαπιστώνω πως ίσως κάποιος μου στέλνει για δώρα τη συντροφιά αυτής της λευκής πανδαισίας ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Το ευχαριστώ από τον κόσμο των υπέργειων οντοτήτων για τον κόπο μου να αναμετρηθώ με τον κόσμο τους και να φέρω μια ιδέα από εκείνον στο χαρτί και από εκεί στα μάτια των ανθρώπων.  


Μπαίνω στο μικρό πανδοχείο και υπάρχει κόσμος πολύς. Είναι λες και περιμένουν όλοι έμενα. Ή μήπως κάτι τέτοιο στ΄ αλήθεια συμβαίνει; Θα μου άρεσε μια τέτοια εκδοχή αλλά τη φοβάμαι συνάμα. Κάποτε μαζεύτηκαν πολλοί για να μου ανακοινώσουν με τρόπο κάτι δυσάρεστο. Μόνο τρόπο δεν τον έλεγες τούτο. Καλύτερα καμία ανακοίνωση με κανέναν τρόπο και αλλάζω γρήγορα γνώμη. Με πλησιάζει μια χαριτωμένη μικρή και μου λέει με ύφος επίσημο πως κάποιος με περιμένει. Μου ζητάει να την ακολουθήσω μέχρι το τραπέζι στη γωνιά πλάι στο παράθυρο. Αναγνωρίζω το γκρι κεφάλι και τις φαρδιές πλάτες. “Μέρες δεν πέρασες από το μαγαζί μου”, μου λέει, “δε σου αρέσουν μάλλον τα γλυκά μου” συνεχίζει και δε φαίνεται απογοητευμένος παρά μόνο ότι με περιπαίζει. Μιλήσαμε και είπαμε όσα προλαβαίνουν να πουν δυο φίλοι που συναντήθηκαν στη ζωή μόνο για λίγο. Έπειτα χαιρετηθήκαμε και υποσχεθήκαμε ό ένας στον άλλο θαυμασμό ο ένας για τον άλλο. 


Επιστρέφοντας στο δωμάτιο αργά για να μαζέψω και να φύγω. Λίγο πριν κατευθύνομαι προς την κουζίνα να χαιρετήσω τους δημιουργούς της υπέροχης ντοματόσουπας που κρατούσαν το στομάχι μου γεμάτο και την καρδιά μου ζεστή τα βράδια που ξημέρωνα πάνω από τα γράμματα και τα σημεία στίξης. Δε βρίσκω κανέναν και κόβω μια βόλτα ανάμεσα στους ντυμένους με ξύλο τοίχους, πάνω στις πέτρινες γκρι σκούρες πέτρες που καλύπτουν το πάτωμα, προσπαθώντας να οικειοποιηθώ τον χώρο, να προκαλέσω έναν μικρό θόρυβο, να γνωρίσω καλύτερα αυτό το μουσείο μαγειρικής δημιουργίας. Δεν εμφανίζεται κανείς και εγώ ξεκινώ να παίζω όπως τα μικρά παιδάκια που πονηρά προσπαθούν να πειράξουν τα ξένα πράγμα. Στα αριστερά μία θεόρατη ξύλινη ντουλάπα από το πάτο μέχρι το ταβάνι, φαρδιά, βαριά και με δεκάδες πορτάκια να αντιστοιχούν σε δεκάδες ντουλαπάκια με μια μικρή μπρούτζινη κλειδαρότρυπα. Όμως έξι εξ αυτών μόνο, έχουν πάνω τους από ένα νούμερο. Από το ένα έως το έξι , από πάνω προς τα κάτω τα ντουλάπια μοιάζουν να αντιστοιχούν σε κάτι. Βάζω τα χέρια στην τσέπη του παλτό μου και βγάζω τα κλειδιά. Δοκιμάζω σε κάθε μία κλειδαρότρυπα το τρίτο κλειδάκι, εκείνο του οποίου τη χρήση δε είχα μέχρι εκείνη την ώρα ακόμη γνωρίσει. Στον αριθμό πέντε, το κλειδί ταιριάζει και τα μάτια μου υγραίνονται από ενθουσιασμό. Ξεκλειδώνω και………….ένα βάζο με σκούρο μοβ περιεχόμενο και δαντελένιο κάλυμμα, ένα λευκό ορθογώνιο λεπτό πακετάκι δεμένο με μαύρη πικέ κορδέλα και ένα χαρτόνι σε ρολό. Μια μαρμελάδα βατόμουρο με το όνομα του πανδοχείου “Hamiltons’ Cottage”, ένα μεταξωτό μαντίλι σε μπλε, πορτοκαλί, κίτρινο και μπεζ χρώμα με τα αρχικά μου και σε μια γραμμή με καλλιγραφικό χαρακτήρα: “Good - bye for now”, your friend Oliver.



WINTER 2021

Friday, December 3, 2021

Τα τρία κλειδιά: Λίγο πριν

 Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματομαγείας

Η μικρή εκδρομή κράτησε περίπου μισή μέρα και μου κόστισε από τον συγγραφικό μου χρόνο όχι όμως από τη συγγραφική μου ποιότητα. Η συντροφιά δεν ήταν πλούσια σε αριθμό αλλά μοναδική. Η εικόνες που εναλλάσσονταν μπροστά στα μάτια μου, ήταν σπάνιου κάλους και αισθητικής παραδοξότητας. Και η αγορά; H αγορά που ονειρεύεται να περιπλανιέται για ώρες κάθε παραμυθοκόριτσο. Στο ίδιο τρένο βρέθηκα με μια πρώην συντάκτρια, μίας από τις διασημότερες και πιο αγαπημένες εφημερίδες της χώρας, για τουλάχιστον 3 δεκαετίες. Είχε κάνει έναν χαρτοφύλακα από μαλακό σχεδόν ξεχειλωμένο, μαύρο δέρμα, με σκληρά, χοντρά, στρογγυλά χερούλια από πλεγμένο καστόρι, καλάθι για αποξηραμένα φρούτα, φρέσκα πικάντικα τυριά και βάζα μαρμελάδας. Ήταν ότι ψώνισε από το παζάρι όπως συχνά κάνει, κάθε 2 μήνες περίπου. Με συμβούλεψε τι να ψωνίσω, όπως και ο μουσάτος pastry που έκανε εκείνο το πολύ κρύο βράδυ να μοιάζει ωραίο κρύο βράδυ.


Φυσικά και βρήκα στοιβαγμένα ξύλα έξω από την πόρτα μου εκείνο το ξημέρωμα όμως ήξερα πια και από που μπορούσα να προμηθευτώ όσα ήθελα, κάθε στιγμή. Το ένα από τα δύο μικρότερα κλειδιά ξεκλείδωνε την κοντή πόρτα κάτω από τη σκάλα που οδηγούσε στα πάνω δωμάτια, στα δεξιά της ρεσεψιόν. Το δικό μου δωμάτιο ήταν ακριβώς στην άλλη πλευρά αριστερά, στην αρχή του διαδρόμου που οδηγούσε στα μαγειρεία, στην αίθουσα που διατηρούνταν οι προμήθειες και που είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον όπως συνειδητοποίησα τις μέρες που ακολούθησαν. Σε αυτή την αίθουσα έβρισκε τη χρήση του το άλλο κλειδί. Εκείνο όμως της κοντής ξύλινης πορτούλας κάτω από η σκάλα μπορούσε να δώσει πρόσβαση στους επισκέπτες των οποίων το δωμάτιο είχε τζάκι, σόμπα ή κάτι τέτοιο, να μπορέσουν να προμηθευτούν ξύλα όποτε τους τελείωναν και να το ζεστάνουν. Γιατί κλειδί; Η πόρτα δε σφράγιζε με κάποιο τρόπο, όπως κάθε άλλη πόρτα. Η πρόσβαση σε αθώα ζωάκια και πονηρά παιδάκια που βλέπαν το μυστήριο αποθηκάκι σαν την τέλεια κρυψώνα, έπρεπε να αποτραπεί με κάποιο τρόπο. Μετά τις 8 το βραδύ ήταν συνήθως που πήγαινα σαν τον κλέφτη, προσπαθώντας να μοιάζω αόρατη στον φόβο μην ενοχλήσω κανένα και γέμιζα ένα τροχήλατο ξύλινο καροτσάκι με ξύλα. Έτσι απλή ήταν η ζωή μιας εβδομάδας στο μικρό πανδοχείο. 


Αυτές τις μέρες εδώ έγραψα πολύ, έφαγα αρκετά αλλά όχι με πρόγραμμα και περιπλανήθηκα χωρίς σκοπό αλλά με διάθεση αλήτικη. Δεν ήταν πάντα ξεκάθαρο ούτε που ήθελα να πάω ούτε καν πως θα έμοιαζε η επιστροφή. Μπορεί να ξεκίναγα για κάπου με ήλιο κι χωρίς ομπρέλα και να γύρναγα πίσω με βροχή και ηλιόλουστη διάθεση. Πάντα όμως περπάταγα με λίγη ή πολύ ομίχλη. Η θαμπάδα αυτή έριχνε φίλτρα που κούραζε τα μάτια μα ξεκούραζε την ψυχή. Ένιωθες μυστήρια όμορφα που δεν έβλεπες καθαρά τον κόσμο και μπορούσες να τον φαντάζεσαι μονάχα όπως σου ταίριαζε. Ένιωθες την ευλογία της στιγμής όπου όλα ομορφαίναν ξαφνικά την ώρα που η ατμόσφαιρα καθάριζε και εκείνη ακριβώς την ώρα ήταν που ο κόσμος δημιουργούσε μια πολύ ανθρώπινη συνθήκη. Πολλές ανάσες μαζί ζεσταίναν το κρύο περιβάλλον γύρω μας και εξάτμιζαν την ψυχρή υγρασία. Σαν αποτέλεσμα οι δρόμοι ήταν υγροί μα τα κορμιά μας θερμά, ζωηρά και τα αυθόρμητα από χαρά και ατελείωτο κέφι. Το ίδιο προκαλούσαν και τα πολλά φώτα από τα πολλά μαγαζάκια, με τους λαμπρούς, φιλόξενους, ατελείωτα ορεξάτους για κουβέντα και κεράσματα ανθρώπους.


Τέτοιους συνάντησα στην υπαίθρια αγορά που διάλεξα να γνωρίσω αυτό το τελευταίο πρωινό σε τούτο εδώ τον τόπο, που έλαμψα σαν άσημη συγγραφέας για όσους λίγους, τυχαίους ανθρώπους συνάντησα και έγιναν φίλοι μαζί μου και εγώ μαζί τους. Απλοί καθημερινοί διασκεδαστές που πωλούν την πρώτη ύλη της αυθεντικότητας που είναι η αγάπη για την ποιότητα. Γευστικότητα, ευωδία, μεταξένιες υφές και διαχρονικότητα στην αξία των προϊόντων τους. Αυτό το τελευταίο ήταν ο βασικός λόγος που οι επισκέπτες ήταν πιστοί καταναλωτές. Οι τέντες των πάγκων γεμάτες χρώματα, όπως και τα στρογγυλά φώτα, κόκκινες, πράσινες, κίτρινες, μπλε μπάλες σα φωτεινές πυγολαμπίδες, σα χρυσόσκονη μέσα στο μουντό σύννεφο που η μέρα κουβαλούσε εδώ από νωρίς το πρωί. Σε ρουφούσε η αποπλάνηση της φαντασιοπληξίας και δυσκολευόσουν να εξέλθεις από αυτήν και να εισέλθεις και πάλι στην απροκάλυπτη ορθολογικότητα του ρεαλισμού. Τώρα στο τρένο όμως μόνο το σώμα ταξιδεύει στον γήινο χωροχρόνο. Οι αισθήσεις μου ακόμη ακροβατούν μεταξύ ενός φανταστικού και ενός πραγματικού χρονικού και έτσι ασυνάρτητα μπαινοβγαίνω από μια ονειρική κατάσταση σε μια πλήρως αφυπνιστική και το ανάποδο.



WINTER 2021