Thursday, December 2, 2021

Τα τρία κλειδιά: Διαμονή

 Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματομαγείας

Πέρασαν δυο τρεις μέρες για να καταλάβω σε πια κλειδαρότρυπα μπαίνουν τα άλλα δύο μικρά κλειδάκια. Το απόγευμα τις πρώτης μέρας, και αφού το πρωί και το μεσημεράκι πέρασαν μεταξύ, κρεβατιού για σύντομους υπνάκους, γραφείου για γέμισμα σελίδων και μια δυο μικρές εξορμήσεις στην τραπεζαρία του πανδοχείου για λίγο ζεστό καφέ και μηλόπιτα, αποφάσισα να ντυθώ χοντρά και να ξεμυτίσω. Οι υπηρεσίες της διαμονής περιορίζονταν σε μικρά σνακ, σε καλό ύπνο, καθαριότητα ανά δυο ημέρες και ζεστή φιλοξενία, με ωραία καλημερίσματα, γλυκά καληνυχτίσματα, ζεστές χειραψίες και άμεσες απαντήσεις στις ερωτήσεις των επισκεπτών. Το μόνο που χρειάστηκε να ρωτήσω κατά την πρώτη κιόλας μέρα, ήταν αν υπήρχε κάποια αγορά κοντά ή έπρεπε να πάω κάπου πιο έξω. Και φυσικά δε ρώτησα που μπορούσαν να φανούν χρήσιμα τα άλλα δύο κλειδιά. Ένιωθα πως όφειλα να είμαι αρκετά έξυπνη να το ανακαλύψω μόνη μου.


Η μικρή κωμόπολη είχε δικό της σταθμό τρένου, βέβαια με πολύ περιορισμένα και σπάνια δρομολόγια, σε πολύ κοντινές αποστάσεις. Αυτό ήταν μια χρήσιμη πληροφορία για να μεταβώ στο παζάρι, 12 χιλιόμετρα μακριά από όπου βρισκόμουνα, σε έναν οικισμό με δέκα σπίτια ντόπιων τοπικών παραγωγών, που όπως με ενημέρωσαν, έμεναν εκεί και πωλούσαν διάφορα χρηστικά και μη πράγματα και τρόφιμα σε καλύτερες τιμές από ότι στην κεντρική αγορά της περιοχής που διέμενα. Εκεί ίσως πήγαινα προς το τέλος της παραμονής μου εδώ όταν πια είχα ανακαλύψει καλά ετούτω εδώ τον τόπο. Έως τότε αποφασίζω να πάρω τον δρόμο για την αγορά που όπως με ενημέρωσε η παχουλή, πρασινομάτα με φακίδες και πυρόξανθες μπούκλες υπάλληλος υποδοχής, βρίσκεται 800 μέτρα μακριά από το πανδοχείο. Αργά ή γρήγορα αυτή η βόλτα θα γινότανε. Ανυπομονούσα τόσο γι΄ αυτήν και είχα μια καλή αφορμή τώρα αν και το σκοτάδι έπεφτε σιγά σιγά και η διαδρομή αγρίευε όσο περνούσε η ώρα. Έπρεπε να ζεστάνω ο δωμάτιο που μόνο το τζάκι ζέσταινε και που άλλα ξυλά δε βρήκα μήτε στο τσουβαλάκι που ήταν γεμάτο χθες το βράδυ έξω από την πόρτα μου μήτε σε κάποια γωνιά στον κήπο του πανδοχείου. 


Η ώρα ήταν 6 το απόγευμα και τέτοια ώρα άλλαζε η βάρδια στην υποδοχή. Έτσι μόνο ένας σερβιτόρος, μια κυρία στην καθαριότητα και μάλλον κάποιος στην κουζίνα που δεν τον εγκατέλειπε ποτέ το μεράκι του για γευστικές σκανδαλιές δηλώναν την παρουσία τους στο χώρο εκείνη την ώρα. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο είχε πέσει στου 16 βαθμούς. Έπρεπε να το ζεστάνω καθώς τα εγκεφαλικά μου κύτταρα είχαν μπει στη συντήρηση, οι νευρώνες αρχίσαν να πιάνουν πάχνη και η έμπνευση ήθελε σύντομα απόψυξη. Φοράω το μάλλινο, ζακάρ, λαδί παλτό μου, τα γούνινα χρυσολαδί σνίκερς μου και τραβάω μπροστά στο πέτρινο δρομάκι, το μοναδικό που μοιάζει κάπου να οδηγεί. Οι λάμπες πανύψηλες, πολλά μέτρα πάνω από το κεφάλι μου, κάνουν τη σκιά μου να φαίνεται σαν όρθιο μακρύ φτερό πένας και τα βήματά μου σαν τη βουτηγμένη στο μελάνι μύτη του να γράφουν τα ίχνη τους για μια βέβαιη επιστροφή. Τα σπίτια δίνουν σημεία ζωής μόνο από τον καπνό που βγαίνει από τις καπνοδόχους, ανεβαίνει και ανεβαίνει μέχρι που συναντιέται σε ένα μεγάλο σύννεφο ένα με εκείνο της ομίχλης. Το μονοπάτι είναι υγρό, μεγάλο και δημιουργεί μονίμως τη σιγουριά πως σίγουρα οδηγεί σε έναν τόπο με υψηλές προσδοκίες. Σε μία στροφή του δρόμου διαβαίνω ένα πέτρινο γεφύρι με φουσκωμένο, ορμητικό νερό να περνάει από κάτω. Είχα ακούσει για το ποτάμι και φυσικά ακούω την ορμή του μέχρι το δωμάτιο. Κι όμως η στάθμη του είναι πολύ πιο κάτω από το ύψος του δρόμου και έτσι είναι μάλλον ο άγρυπνος φρουρός του χωριού παρά ο πεινασμένος γίγαντας από τον οποίο οι κάτοικοί του κινδυνεύουν συχνά να τους κατασπαράξει. Η ατμόσφαιρα είναι υγρή και τσουχτερή αλλά μόλις διακρίνω τα φώτα στο βάθος από τα μικρά μαγαζάκια που λαμποκοπούν σα χριστουγεννιάτικα στολίδια, η καρδιά μου ζεσταίνεται και το δέρμα μου ξανα-αναπνέει. 


Γρήγορα θα βρω ένα μαγαζάκι, μια στάση για ζεστό κρασί και μπίτερ πλάκα σοκολάτας με κομματάκια αποξηραμένου τζίντζερ. Πίνω, δαγκώνω, δαγκώνω, πίνω. Ρωτάω τον κύριο με τα γκρίζα καλοχτενισμένα, κοντοκουρεμένα μαλλιά και το απόλυτα περιποιημένο λευκό του μούσι, τα γαλάζια μάτια με τις πυκνές ξανθές βλεφαρίδες, το γεροδεμένο κορμί μέσα σε ένα πικέ ολόστενο μπλε σκούρο μπλέιζερ, στενό blue black jean και λευκή ποδιά, πιο λευκή ακόμη από τα κιλά άχνης ζάχαρης πάνω της, πως θα μπορούσα να βρω μερικά ξύλα για τις επόμενες μέρες αλλά προπάντων για απόψε τη νύχτα. Μπουκωμένη όπως είμαι σίγουρα δεν μπορώ να τον γοητεύσω και να τον κάνω να προσφερθεί κουβαλώντας μου λίγα από αυτά που έχει στοιβαγμένα στην είσοδο της υπαίθριας πατισερί του, πάνω στο καρότσι που λειτουργεί μάλλον ως τροχήλατο παγωτατζίδικο τα καλοκαίρια. Όμως προσφέρεται να με βγάλει από τη χαζομάρα μου. Αφού πρώτα δε δυσκολεύεται καθόλου να μαντέψει που μένω, έπειτα συνεννοείται στο τηλέφωνο με κάποιον από το πανδοχείο για ένα καλάθι ξύλα, τέλος με ρωτάει με έναν γεμάτο υπονοούμενα πειραχτικό ύφος: “ Φαντάζομαι πως δε σας έδωσαν μονάχα ένα κλειδί για το δωμάτιο, σωστά;” και η κουβέντα κρατάει το ενδιαφέρον μου μέχρι αργά.


WINTER 2021

Wednesday, December 1, 2021

Τα τρία κλειδιά: Άφιξη

 Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματομαγείας

Στη φλόγα μία σπίθα ξεπηδάει και δημιουργεί μια μικρή φλόγα έξω από την μήτρα της. Είναι μικροσκοπική αλλά φαίνεται τολμηρή και αποφασιστική να ζήσει. Της δίνω ζωή απ΄ την πνοή μου, καθώς όσο τη φυσάω εκείνη ζωηρεύει. Ζωηρεύοντας, δίνει οξυγόνο στον εαυτό της και όλο και μεγαλώνει, γίνεται ανεξάρτητη και τρώει μόνη της πια το χοντρό ασχημάτιστο ξύλο που έχωσα από νωρίς το πρωί στο τζάκι. Γύρω στις 06:30 το κρύο δωμάτιο, με τις καρό κουρτίνες και τα ξύλινα παράθυρα που σφραγίζαν όσο τα χρόνια τους επέτρεπαν, δεν ευνοούσε τη κατάσταση ύπνου στην οποία βρισκόμουν μόλις πέντε ώρες. Η άφιξη στο δωμάτιο έγινε αργά τα μεσάνυχτα και δεν σπατάλησα καθόλου χρόνο για χαζολόγημα αν και υπήρχαν πολλοί καλοί λόγοι για κάτι τέτοιο.


Το ταξίδι κράτησε περισσότερο από ότι είχα υπολογίσει , παρότι πήρα μεσημεράκι την πτήση μου. Δεν ήταν όμως μόνο ο χρόνος μέσα στο αεροπλάνο. Άλλες δυόμισι ώρες από το αεροδρόμιο ήταν η διάρκεια της διαδρομής μέχρι την μικρή επαρχία πίσω από τον λόφο. Το μαύρο ταξί με τα εκρού δερμάτινα καθίσματα και τα φιμέ τζάμια ήταν ζεστό και μύριζε δέρμα, κέδρο και γλυκό κονιάκ. Αριστερά στο κάθισμα του συνοδηγού υπήρχε ένα μεγάλο πράσινο καλάθι με μερικά μπουκάλια, όλα μαζί σε συσκευασία δώρου. Το καλάθι διακοσμούσε ένα μεγάλος τσόχινος φιόγκος, σε μαύρο χρώμα όπως και το χρώμα από τις ετικέτες με τα καλλιγραφικά γράμματα έξω από το καλάθι. Το χρώμα των ποτών, με μικρές παραλλαγές, έμοιαζε με εκείνο της αραιωμένης με νερό σκουριάς, διάφανο, κεχριμπαρένιο, καθαρό. “Εκεί που πάτε προορίζεται να παραδοθεί κι αυτό”, μου λέει ο οδηγός, που παρακολουθεί από τον καθρέφτη εμένα να έχω υπνωτισμένα καρφώσει το βλέμμα μου πάνω στο καλάθι. Από αυτό διαχέονταν η γλυκιά αλκοολούχα ευωδία. Από το ελαφρώς, όσο μια σχισμή, ανοιχτό παράθυρο  περνούσε μέσα η μυρωδιά του παγωμένου και υγρού οξυγόνου που ανέδυαν τα πυκνά δάση της περιοχής και από τα ζεστά καθίσματα μοσχοβολούσε ένα πυκνό άρωμα φρέσκου δέρματος. Μέσα στο ζεστό αμάξι και το άγριο τοπίο με βρίσκει η αλλαγή της μέρας έξω από το πανδοχείο. 


Σε αυτό το παλιό, μικροσκοπικό πανδοχείο με τα πέντε δωμάτια και την απότομη ξύλινη σκάλα, φτάνω νυσταγμένη και αποκαμωμένη από μια μέρα που μου φάνηκε σαν δύο. Είναι όλο ξύλινο, με πατώματα που τρίζουν και μυρίζει ντοματόσουπα και κανέλα. Μου το συνέστησαν για τα νόστιμα ζεστά του, την καλόγουστη τοπική διακόσμησή του και τη μόνιμα ατμοσφαιρική του διάθεση. Μου δίνουν τα κλειδιά με μια μπορντό βελούδινη κολοκύθα να κρέμεται και ένα μπρούτζινο μεγάλο δαντελωτό κλειδί, παρέα με άλλα δύο μικρά που δεν ξέρω τι μπορεί να ξεκλειδώνουν Με το μεγάλο, πέντε λεπτά μετά ξεκλειδώνω μια κόκκινη πόρτα, με κόκκινο στρογγυλό πόμολο που πρέπει να γυρίσεις δεξιά για να μπεις. Είναι το δωμάτιο του ισογείου. Ανοίγοντας, στα αριστερά μου ένα ημίδιπλο σιδερένιο κρεβάτι, δεξιά ένα τζάκι αναμμένο με μια τρεμάμενη φώτισα να ψιθυρίζει κάτι στο σκοτάδι και ευθεία μπροστά, ένα μεγάλο παράθυρο με δεκάδες τζαμένια τετραγωνάκια που σχηματίζονται από κόκκινους ξύλινους σταυρούς, μισοκρυμμένο πίσω από δύο κομμάτια βαριά κουρτίνα από καρό ύφασμα “καμπαρντίνα”  να υπερισχύει το κόκκινο και στολίζεται από ζωηρό πράσινο. Αυτά μόνο πρόσεξα μπαίνοντας στο δωμάτιο, παρέα με μία μικρή βαλίτσα και ένα ζευγάρι κουρασμένα πόδια. Γρήγορα πέταξα τα ρούχα μου κάπου και φόρεσα την ολόσωμη μπλε σατέν πιτζάμα μου με την πουά άσπρη μπλε γούνινη επένδυση. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι τη φωτιά στο τζάκι να αργοσβήνει όπως ακριβώς κι εμένα, βυθισμένη στα λευκά παπλώματα και ασάλευτη.


Τα σκεπάσματα στη θέση τους, με τρόπο που υποδηλώνει πως η προοπτική ύπνου παραμένει ακόμη ανοιχτή και εγώ τολμώ να πω πως τα έχω καταφέρει υπέροχα με τη φωτιά. Η δύναμη της έχει καταφέρει να φέρει όση ζέστη έλειπε από τον χώρο και εμένα να ξεδιπλώνω το κορμί μου και να ανακτώ τη δύναμη τη μυαλού μου. Η αλήθεια είναι πως 08:00 η ώρα δεν είναι αργά για έναν υπνάκο ακόμη αλλά η βροχή στα τζάμια, ο καπνός από το τζάκι μπροστά από τα γιγάντια δέντρα, η μυρωδιά της πρωινής ντοματόσουπας που περνάει κάτω από τη φυρά της πόρτας και η βροντερή ησυχία προκαλούν μαγικά τις αισθήσεις μου για γράψιμο και ο υπνάκος μπορεί να περιμένει λιγάκι. Αυτό που δε σας είπα είναι πως το βράδυ που έφτασα δεν παρατήρησα πως μπροστά από το παράθυρο υπήρχε ένα μικροσκοπικό σεκρετέρ με μία λάμπα μια σταλιά, με κορδονάκι από γυαλιστερή στριφτή κλωστή και μια ξύλινη καρεκλίτσα με ένα στρογγυλό μελιτζανί βελούδινο μαξιλαράκι. Στο φως της μέρας, το έπιπλο άστραψε στα μάτια μου και μου θύμισε το σκοπό του ταξιδιού. Η έμπνευση με περίμενε μπροστά από ένα σετ γραφείου και μια θέα φανταστική.



WINTER 2021

Wednesday, November 17, 2021

Αόρατος γίγαντας του ασυμβίβαστου

 Τετάρτη 17 Νοεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας χρυσανθεμολατρείας και Βροχής των Λεοντιδών

Στα μπλε του μάτια ο καιρός καθρεφτίζεται ποιο ψυχρός, μουντός και ξέπνοος. Είναι ο νέος γείτονας που ξεροσταλιάζει με τις ώρες όρθιος και ακουμπισμένος στην ουρά του πιάνου του, πλάι στο παράθυρο. Τον ακούω όταν παίζει. Οι φήμες στη γειτονιά λένε πως ήταν πάστορας πριν γίνει ένας ερασιτέχνης πιανίστας. Κάποιοι πάλι λένε πως δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα αλλά πως διηύθυνε μια γκοσπελική ορχήστρα κάπου μακριά από εδώ. Δεν εκφράζεται συνήθως με κανένα τρόπο πέραν του μουσικού. Δεν με πολυενδιαφέρει αρκεί που όταν παίζει, παίζει αισιόδοξα. Την ενέργειά του μόνο υποθέτεις και νιώθεις καθώς ακούς νότες. Όμως δε τη βλέπεις όταν τον συναντάς στο δρόμο ή όταν στημένος πίσω από το τζάμι περιμένει κάτι να του φέρει ο καιρός. 


Σήμερα για πρώτη φορά παίρνει το τσάι του στο μπαλκόνι που βλέπει μπροστά στον δρόμο. Ετοιμάζομαι για τη δουλειά όταν διαπιστώνω πως στο περιοδικό που βρίσκεται πάνω στο τραπεζάκι, μπροστά μου, είναι εξώφυλλο η ατάραχη μούρη του. Το μακιγιάζ του άντρα που φιγουράρει πρωταγωνιστικά, τώρα με μπερδεύει και με κάνει να αμφιβάλω αν πράγματι μιλάμε για το ίδιο πρόσωπο. Είναι εντυπωσιακά βαμμένος με τρόπο που τα χαρακτηριστικά του να γίνονται πιο αδρά σχεδόν αρχαιοελληνικά ενώ το ισχνό κορμί του είναι ντυμένο σε death metal εμφάνιση. Ψάχνω να δω πια είναι η σελίδα που γράφει γι’ αυτόν και τι μπορεί να λέει, ενώ συνάμα κουμπώνω βιαστικά και τρεμάμενα το μαύρο μου πουκάμισο. Μαύρο μάλλινο παντελόνι και σακάκι σε απόλυτα ανδρική γραμμή και από πάνω μαύρο παλτό με εξώραφα λευκά και λευκά δερμάτινα μποτάκια ντύνουν μια αυστηρή επαγγελματία που σήμερα θα έρθει αντιμέτωπη με μια ανδροκρατούμενη ομάδα στελεχών. Όμως η εμφάνισή μου υποδηλώνει και μια πνευματική πλαστικότητα που λυγίζει αν θέλει, αν και δε λυγίζετε. Κάπως έτσι είναι και η αντίθεση που προκαλεί ο εικονιζόμενος σε σχέση με τον υποφαινόμενο γείτονα. Προκαλεί ευλυγισίες κατά περίπτωση.


Φτάνοντας στη σελίδα με τη συνέντευξή, οι διαπιστώσεις πέφτουν βροχή η μία μετά την άλλη και μου προκαλούν το ενδιαφέρον αν και βιάζομαι αρκετά. Κατά διαστήματα ρίχνω κλεφτές ματιές από την μπαλκονόπορτά μου απέναντι για να διασταυρώσω εντυπώσεις, απόψεις και να καταλήξω στα δικά μου ανεπηρέαστα από μικροαστικές σκοπιμότητες για φθηνό κουτσομπολιό και εσωτερική κατανάλωση, συμπεράσματα. Και έτσι οι ασυνάρτητες πληροφορίες παίρνουν σιγά σιγά τη θέση που τους αξίζει και νιώθω δικαιωμένη που τόσο καιρό κρατούσα στάση παρατηρητή. Εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται πως ο πάστορας, μαέστρός, οτιδήποτε άλλο ή απλά γείτονας είχε συνδέσει την υπόστασή του με την παρατήρηση. Σύμφωνα με τη συνέντευξη, ο πρώην μαέστρος γκοσπελικής χορωδίας, υπήρξε πρώην πάστορας και πιο πριν μοντέλο πορτρέτων για νέους ζωγράφους. Στα μέσα της δεκαετίας του 70, οι σεξουαλικές του προτιμήσεις τον εξανάγκασαν να καταφύγει σε ευκαιριακές επαγγελματικές λύσεις μακριά από τις δεξιότητες που είχε αναπτύξει ως άριστος μαθητής πολλών βραβείων και επαίνων με όποια ανάλογη προοπτική μπορεί να του έδινε κάτι τέτοιο. Απόκληρος γιος της οικογένειά του, έπρεπε να βρει τρόπους να βιοποριστεί αλλά και την ισορροπία ανάμεσα στην επιβίωση και τις κοινωνική αποδοχή. Ως μοντέλο οι απολαβές ήταν οι ελάχιστες απαραίτητες για να συντηρεί οριακά τον εαυτό του. Ως πάστορας όμως μπορούσε υπό το πέπλο του θεωρητικού καθωσπρεπισμού να πετύχει οικογενειακή επανένταξη, κοινωνική αφομοίωση και φυσικά μια σχετική οικονομική άνεση. Όταν πια οι γονείς του άφησαν αυτόν τον μάταιο κόσμο, ο αόρατος γίγαντας του ασυμβίβαστου αξιοποίησε την ανήσυχη ιδιοσυγκρασία του και το μουσικό του πάθος και διάλεξε ως τερματικό της επαγγελματικής του διαδρομής την διοίκηση μιας χορωδίας εκκλησιαστικών μπλουζ.


Η συνέντευξη συμπεριλήφθηκε στο αφιέρωμα του αγαπημένου μου περιοδικού με θέμα τον κοινωνικό αποκλεισμό και την επανένταξη. Κλείνω την πόρτα εξόδου και κοντοστέκομαι με το βλέμμα αδιακρίτως καρφωμένο στο ήρωα της ημέρας μου. Επιδιώκω να με προσέξει για να μάθει πως δεν είναι πια αόρατος. Φυσικά είναι πολύ πιθανό να μην τον νοιάζει αλλά νοιάζει εμένα. Δεν με κοιτάζει και εγώ βιάζομαι. Κατηφορίζω μπροστά από το σπίτι του και μισό μέτρο πιο κάτω μου φωνάζει: “Ξέρεις να τραγουδάς;” “Μπορώ” του απαντάω.


AUTUMN 2021

Tuesday, November 16, 2021

Όροφοι :1ος, Μέρα ΙΙΙ

 Τρίτη 16 Νοεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας χρυσανθεμολατρείας και Βροχής των Λεοντιδών

Δέκα σκαλοπάτια όλα και όλα και τρίζουν με τέτοιο αντίλαλο στα αυτιά σου, κάνοντας τα να μοιάζουν τριάντα. Το ξύλο είναι παλιό και χιλιοπερασμένο με λαδομπογιά καφέ. Η μοκέτα παχιά, μπεζ. Ίσως ήταν εκρού κάποτε. Η πόρτα τρίμετρη, λευκή, διπλή και τρεμουλιαστή σαν βάλεις το κλειδί να την ανοίξεις. Μόλις περάσεις το κατώφλι ένα υπέρδιπλο κρεβάτι ακριβώς στη μέση, μασίφ ξύλο, λευκό με δύο χρυσούς γλόμπους δέξια, αριστερά στο προσκέφαλο και κλινοσκεπάσματα λευκά και εκρού από λινό-μετάξι. Από τη μία πλευρά μια μεγάλη μπαλκονόπορτα που βλέπει στον κήπο του μικροσκοπικού ξύλινου τροχήλατου σπιτιού και από την άλλη ένας τοίχος σχεδόν όλος ντουλάπα. Μπροστά από την μπαλκονόπορτα, γυρισμένη στο πλάι, σα να έχει πάρει θέση να αγναντεύει έξω, μία γκρι ποντικί, σατέν, αριστοκρατική, μπαρόκ πολυθρόνα με το υποπόδιό της. Πίσω της και ακριβώς δίπλα στην πόρτα ένα τζάκι σε απόχρωση ξεθωριασμένου λερωμένου ροζ, με μια εστία που στη διαγώνιό της περνούσε τα δύο μέτρα και μέσα γεμάτη με μεγάλα λευκά κεριά. Το δωμάτιο είναι για δύο σε χώρους αλλά μοιάζει στιλιστικά να απευθύνεται σε έναν που θέλει να διασκεδάσει με τα χορταστικά υπερμεγέθη έπιπλά.


Δε μένω παρά μόνο για ύπνο στο δωμάτιο και για να πλυθώ, να αφήσω ή να πάρω πράγματα. Όμως με ενδιαφέρει που είναι πολύ καθαρό, φωτεινό και γενναιόδωρο. Πάντα βρίσκω καθαρές πετσέτες, άρωμα mask στα σεντόνια και τις μαξιλαροθήκες, τακτοποιημένα τα πράγματα μου με τον ίδιο ακατάστατο τρόπο που τα άφησα. Εκεί, στο ίδιο σημείο που άφησα εχθές και τις σατέν ασημογκρί γόβες μου απλά κοντά η μια στην άλλη, σε ζευγάρι και όχι η μία πλάι στο κρεβάτι και η άλλη πλάι στην πόρτα όπως τις άφησα εχθές. Το πλούσιο σε φτερά, ζαχαρί φόρεμά μου με ασημί ζωνάκι, φιόγκο πίσω, είναι κρεμασμένο στο πόμολο της ντουλάπας και όχι πεταμένο στην πολυθρόνα, εκεί όπου το εγκατέλειψα αργά χθές. Το μόνο που δεν ακούμπησε κανείς είναι η ιριδίζουσα εκρού βαλίτσα μου που τοποθέτησα ανοιχτή, το πρωί, πάνω στην εξωτερική γωνία του κρεβατιού. Εκεί μέσα έχω να χωρέσω ακριβώς ότι έφερα μαζί μου και αυτό για πρώτη φορά. Συνήθως οι βαλίτσες μου δεν έχουν αντέξει μέχρι την επιστροφή. Φτάνουν πίσω με διαλυμένα φερμουάρ ή γαζιά. Είναι τόσο γεμάτες από το καταναλωτικό όργιο που πηγαινοφέρνω μαζί μου όπου βρεθώ και σταθώ. Αυτή τη φορά όμως όλη η εκτόνωση διαμορφώθηκε με χάδια, φιλιά, αγκαλιές, γέλια και υποσχέσεις. 


Στην αρχή όλα μοιάζαν με ενδείξεις αλλά στο τέλος ήρθαν και οι αποδείξεις. Αποδείχτηκε αληθινό το ένστικτο οπότε και η εκπλήρωσή όλων όσα εκείνο μου επίτασσε. Το ταξίδι εδώ έγινε γιατί έπρεπε να γίνει. Έγινε και για εμένα και για εκείνους. Τα πρόσωπα που συνάντησα ως σαν από παλιά αρχειοθετημένα στην ψυχή και στο μυαλό αλλά και όσα προστέθηκαν τώρα σε αυτό το αρχείο κάλυψαν στη ζωή μου τον κενό χώρο που είχε μείνει όχι από σύμπτωση άδειος. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση για το ταξίδι, που πάρθηκε γρήγορα, χωρίς πολύ σκέψη και προεργασία ήταν για πρώτη φορά μια τέτοια απόφαση. Χωρίς αμφιβολία έπραξα επιτέλους συναισθηματικά αυθόρμητα και όχι επιπόλαια όπως θα έλεγε ένας άτολμος που αν τυχόν παραδοθεί στο συναίσθημά του χωρίς πιθανή ανταπόκριση νιώθει και αμέσως εκτεθειμένος και ευάλωτος. Με τη βαλίτσα ελαφριά και εμένα ασφυκτικά γεμάτη από την εμπειρία της ανιδιοτέλειας τραβάω προς τα κάτω, αφήνοντας κάθε σκαλοπάτι πίσω με κρότο. Σέρνοντας τη βαλίτσα στις σκάλες και προσγειώνοντας απότομα το κάθε μου πάτημα, ειδοποιώ πως φεύγω.


AUTUMN 2021

Monday, November 15, 2021

Όροφοι :Ισόγειο -1ος, Μέρα ΙΙ

 Δευτέρα 15 Νοεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας χρυσανθεμολατρείας και Βροχής των Λεοντιδών

Αυτές τις μέρες έξω από το μαγαζί τα ξερά φύλλα μαζεύονται σωρός. Τα φέρνει ο αέρας και  ο Νοέμβρης. Είναι από τα τελευταία. Λατρεύω το χρώμα τους και τον ήχο που κάνουν σαν τα πατάς ή τα σκουπίζεις. Σήμερα το πρωί μετακόμισα στο διαμερισματάκι που άδειασε στον 1ο. Είμαι πιο κοντά σε εκείνους και εκείνοι σε εμένα. Μπορούν να περνάνε να με βλέπουν και μετά τη δουλειά. Είναι που έχω λατρέψει το μικρό hotel, το τζαμένιο καφέ του και τους αλλόκοτα αγαπησιάρικους υπαλλήλους του. Σήμερα αρχίζω και αγωνιώ για τις μέρες που περνούν και για τις σύντομες επαναλήψεις πραγμάτων που πρόλαβαν και έγιναν συνήθειες, όπως οι άνθρωποι αυτοί. Όλο και πλησιάζω σε μια ισχυρή και ανακουφιστική άποψη τελευταία. Ότι δεν μου ταιριάζει και ότι μου ξενίζει σε άτομα και συμπεριφορές είναι απλά δική μου έλλειψη αυτοδιάθεσης. Η αυτοδιάθεση μου να αγαπώ. Είναι από εκείνες τις διαπιστώσεις που σου δίνουν ανάσα και σου επιτρέπουν να ξανά-αναπνεύσεις. Αρχίζω να αγαπάω ευκολότερα όσο αντιλαμβάνομαι τα διαμάντια που καλά κρύβει κανείς και έχει θαμμένα εκεί που δε φτάνει εύκολα η δική μου ματιά. Είναι περισσότεροι εκείνοι που αξίζουν την αγάπη μου όταν αφήνω τον εαυτό μου ανεπηρέαστο από τις δικές μου κατασκευασμένες θεωρήσεις για τον κόσμο. Φοράω ένα κοτλέ κεραμιδί μακρύ φόρεμα σε σχήμα Α συνδυασμένο με εκρού στενό ζιβάγκο πλεκτό, ένα ζευγάρι καστόρινα clogs με γούνινες λεπτομέρειες, σε ίδιο χρώμα και κατεβαίνω να συναντήσω κάποιους από αυτούς.


Στο φως της μέρας, και όμως το γυάλινο μαγαζάκι έχει ανάψει όλα τα φώτα. Πάλι είναι σχετικά σκοτεινό και αυτό γιατί σκοτεινή είναι ατμόσφαιρά του αν δεν αναμετρηθείς με τις φωτεινές του πλευρές. Η μουσική που παίζει είναι σε συγχορδίες κιθάρας και νότες απαλές, μελωδίες μακρόσυρτες, διαδοχικής μονοτονίας, με καθόλου εξάρσεις αλλά σε τόνο τόσο σίγουρα μελαγχολικά υπέροχα και εύηχο. Το τζάκι σε μέγεθος και υλικά μοιάζει με σκοτεινό δράκο. Η εστία του σα φλογισμένο στόμα που είναι έτοιμο να εκτοξεύσει πυρά σε όποιον προσέρχεται με εχθρική διάθεση στον χώρο. Σε κάθε άλλη περίπτωση γίνεται ο γίγαντας φίλος σου που μπορεί να ζεστάνει την παγωμένη σου καρδία. Τα τραπέζια φαίνονται ότι μαζεύτηκαν από κάποια εγκαταλελειμμένα βικτοριανά σπίτια του μακρινού Όρεγκον της Αμερικής. Παλιά, σκοροφαγωμένα αλλά με ενδιαφέρουσες σχεδιαστικές γραμμές και όλα  με επιφάνειες φρεσκοβαμμένες με  μαύρο γυαλιστερό πηχτό χρώμα. Έτσι λοιπόν εύκολα χαράσσεις πάνω τη στιγμή ή την ευχή σου. Οι τοίχοι τριγύρω πανύψηλοι, πάνω από πέντε μέτρα και όλοι τελειώνουν σε μια παχιά ριγωτή κλίμακα από γύψο. Πόση ευτυχία να ξέρεις, πως η υπέροχα αρωματισμένη τάρτα μήλου επιτίθεται στα ρουθούνια σου πρώτα, έπειτα στον ουρανίσκο σου και τέλος έχει τόσο χώρο να απλωθεί όσο της αναλογεί σε όγκο απόλαυσης. Δε συμπιέζεται , δε περιορίζεται σε ένα μικρό δωμάτιο ώστε τελικά να εκτοξεύεται έξω στον δρόμο από τις ψιλές οπές στις ενώσεις των τζαμιών μεταξύ τους. Μένει μαζί σου, πάνω στα ρούχα σου και σε συντροφεύει για όλο το υπόλοιπο της ημέρας. Το αγόρι και το κορίτσι που την ψήνουν, έχουν μελαγχολικά μαλλιά και ρούχα. Τα μαλλιά γυαλιστερά από το φυσικό λίπος του δέρματος άλουστα από μέρες και τα ρούχα τρομαχτικά ίδια κάθε φορά αν και διαφορετικά. 


Με περιμένουν και με καλωσορίζουν μέσα από το τζάμι την ώρα που διαβαίνω απ’ έξω. Τους εξηγώ πως πάω μέχρι το φαρμακείο να πάρω μια κρέμα για τα μεσογειακά μου χέρια που καθόλου δεν αντέχουν στο κρύο. Έχουν κολλήσει τη μούρη τους στα τζάμι και με παρακολουθούν να ξεμακραίνω, με απορία στο βλέμμα και μισό χαμόγελο στα χείλια. Νιώθω πως με κοιτούν καμαρώνοντάς με, ή μπορεί και τον εαυτό τους που με κάναν φίλη τους. Τους κάνω νόημα πως σύντομα θα γυρίσω και έτσι απομακρύνονται από το τζάμι. Τριγυρνώ για μερικά λεπτά στη γειτονιά, να αρπάξω λίγο απ΄ το κρύο, να το συνηθίσω, να καταφέρω να ξεπιιάσω τους μύες μου που έχουν σφιχτεί από αντίσταση σε αυτό. Περιπλανιέμαι φυσικά και με την ελπίδα πως θα χορτάσω με τις εικόνες του τόπου αυτού και έτσι δε θα μου λείψουν σύντομα. Έχω πολλές αμφιβολίες ωστόσο. Όταν επιστρέφω, τρέχουν προς το μέρος μου, να μου πάρουν το καμηλό μου παλτό που τόσο δυσκολεύομαι να αποχωριστώ. Με ενημερώνουν πως καφές και αυγά ποσέ με περιμένουν στο τραπέζι και πως ο αγαπημένος μου τηλεφώνησε απ΄ το δωμάτιο να ρωτήσει αν είμαι εκεί. Τον άφησα να κοιμάται προκειμένου να προλάβω αβίαστα να πάρω τον πρωινό μου απαραίτητο χρόνο για να συνηθίσω τα εγκόσμια. Εκείνος είναι τόσο υπέροχα γήινος και είναι αυτό που αγαπώ περισσότερο πάνω του. Εκείνοι όμως αγαπούν σε εμένα μάλλον τον απόκοσμο αέρα μου και φορές φορές με περιπαίζουν. Όπως ετούτη την ώρα μου κρύβουν πως στο τραπέζι με περιμένουν ήδη τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Προσπαθούμε πολύ να γίνουμε ο ένας καθημερινότητα του άλλου, τις μέρες αυτές.


AUTUMN 2021

Friday, November 12, 2021

Όροφος: Ισόγειο

 Παρασκευή 12 Νοεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας χρυσανθεμολατρείας και Βροχής των Λεοντιδών

Στο γυάλινο, σαν αίθριο μαγαζάκι, με τα πορτοκαλί στόρια, το σκαμμένο, σκούρο γκρι, ξύλινο πάτωμα και το τούβλινο τζάκι, φτάνουμε κοντά στο μεσημέρι. Ο ήλιος παλεύει να ξεπροβάλει στην παγωμένη πόλη αλλά μάταια. Το τοπίο χειμερινό σε αίσθηση, φθινοπωρινό σε όψη όπως σε κάθε πόλη της κεντρικής Ευρώπης. Μπλεγμένα χέρια, δεξί - αριστερό, το ένα φροντίζει το άλλο, προσπαθούν να ζεσταθούν. Ψάχνουμε τραπέζι σαστισμένοι. Τώρα είμαστε μόνο δύο όμως σύντομα η παρέα θα μεγαλώσει αρκετά. Ένας νεαρός με μία ασπρόμαυρη μπλούζα, σχεδιασμένη με γκράφιτι και χορευτικό περπάτημα μας πλησιάζει. Κοντοστέκεται χαμογελώντας πλάι μας, δείχνοντας απορημένος για το τι μπορεί να μας κρατάει όρθιους με τόσα τραπέζια άδεια. Το εξηγούμε πως θα είμαστε έξι και μας δείχνει μία μαύρη ξύλινη τραπεζαρία με πόδια στα βασικά χρώματα: μπλε, πράσινο, κόκκινο, κίτρινο. Έτσι ακριβώς ήταν και τα συναισθήματά μου: παγερό μπλε της μοναξιάς, ζωηρό πράσινο της ελπίδας, φωτεινό κίτρινο της ευτυχίας και  έντονο κόκκινο του ενθουσιασμού.


Πόση μοναξιά μπορεί να χωρέσει κάτω απ΄ το δέρμα που ζεσταίνει η σφιχτή αγκαλιά του αγαπημένου σου και πόση ακόμη όταν γεννά και στέλνει θαλπωρή η φωτιά στο τζάκι, αναρωτιέται κανείς. Τόση θα πω, όση μαζεύεται όταν νοσταλγείς και νοσταλγείς και νοσταλγείς αλλά ούτε στιγμή δεν έχεις λησμονήσει. Αγαπημένα πρόσωπα των παρελθόντος βρίσκονται απλά κάπου και μοιάζουν φαντάσματα. Πρέπει πια, απλά, να πας και να τα ψάξεις, να τα βρεις και να θυμηθείς να μη ρωτήσεις “γιατί”. Μισό “γιατί” σου ανήκει και η απάντηση είναι ούτως ή άλλως ημιτελής. Υπάρχει η ελπίδα, σκέφτεσαι, να μην έχει αλλάξει απολύτως τίποτα. Ελπίζεις πως δε θ’ αργήσει τόσο η επόμενη φορά και πως όση αγάπη χρωστάς να νιώσεις θα τη νιώσεις. Κάπου σε αυτό το σημείο νιώθεις ευτυχία που η ώρα πλησιάζει, που τελικά σύντομα θα συμβεί αυτό που θα εκπληρώσει την επιθυμία σου. Τη γλυκιά μοναξιά του μεγάλου άδειου χώρου οικειοποιούμαι εύκολα και σύντομα νιώθω πως έχει γεμίσει από εμένα και από την πληθωρικότητα των συναισθημάτων μου. Δεν νιώθω την απουσία με τον ίδιο τρόπο και η ελπίδα πια μετατρέπεται σε προσμονή. Η ευτυχία γίνεται απελευθέρωση που μπορεί να εκφραστεί με χαμόγελα και αγκαλιές. Ο ενθουσιασμός για την ώρα περιορίζεται στη γεύση του καφέ και στη μυρωδιά της κανέλας.


Ο καφές εδώ έρχεται σε γυάλινο ποτήρι με χερούλι. Δεν είμαι σγουρή ότι αυτό μου αρέσει. Έχω συνδυάσει τη διαφάνεια του ποτηριού με τη διαφάνεια του νερού. Δεν θέλω να μου χαλάει τη διαπερατότητα του γυαλιού το σκούρο χρώμα του καφέ ούτε θέλω να βλέπω τη στάθμη του καφέ να κατεβαίνει. Ο καφές για εμένα είναι σα μια προσδοκία. Υπάρχει η γλυκιά αγωνία μιας υπόσχεσης για κάτι πολύ όμορφο που επρόκειτο να εκπληρωθεί και αυτό συμβαίνει κάθε πριν και μετά την γουλιά. Όταν βλέπω τον καφέ απ΄ το γυαλί βλέπω πριν πιω, πριν δοκιμάσω, πριν μυρίσω, την προσδοκία να μου αποκαλύπτεται. Όμως δεν είναι μια διψά που θέλω άμεσα να σβήσω. Είναι μια απόλαυση που δε θέλω να βλέπω να τελειώνει. Έτσι γεύομαι και την αναμονή όσο δεν βλέπω το γεγονός να πλησιάζει να λάβει χώρα. Χαζεύω το βιομηχανικού σχεδιασμού τζάκι από κόκκινα τούβλα και μαύρο τσιμέντο περιμετρικά της εστίας. Το βλέμμα μου κάνει μια βόλτα γύρω στους τοίχους και από μια στάση σε κάθε ασπρόμαυρο καδράκι που φιγουράρει κάποιος διάσημος μάλλον τρομπονίστας ή σαξοφωνίστας. Το μαγαζί είναι γεμάτο επίπεδα και περίκλειστα από μισούς τοίχους ή διαχωριστικά από κάθετες ξύλινες δοκούς, μεταλλικές ράβδους ή και συρματόσχοινα. Κάθε επίπεδο έχει έναν χαρακτήρα μοναδικό και μια εσωστρέφεια όπως κάθε ανθρώπινη προσωπικότητα. Στο δικό μας, χαμηλό επίπεδο, κυριαρχεί το στοιχείο της ιδιωτικότητας,  της εσωτερικότητας, της αυτοκυριαρχίας. Ξάφνου η πόρτα ανοίγει και εμφανίζονται και οι τέσσερις τους. Σηκώνομαι και η χαρά γαργαλάει τον λαιμό μου και την έχω πια γεύση στο στόμα μου. Ο ενθουσιασμός ξεχειλίζει. 


AUTUMN 2021

Thursday, November 11, 2021

Πρέσβειρα ελπίδας

 Πέμπτη 11 Νοεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας χρυσανθεμολατρείας και Βροχής των Λεοντιδών

Στο μπαλκόνι του 3ου ορόφου, η κυρία με τα γκρίζα μακριά μαλλιά πρέπει να είναι οδοντίατρος. Φοράει τις περισσότερες ώρες άσπρη ποδιά και πίσω στην πλάτη είναι κεντημένο ένα μεγάλο χαμόγελο, περιτριγυρισμένο από ροζ χείλια και στη μέση κατάλευκα δόντια μεταξύ των οποίων ένα να φιγουράρει σαν μικρό διαμάντι. Ακόμη και εκεί έχει δώσει την προσοχής της προκειμένου να εντυπωσιάσει. Μετά τη λήξη της βάρδιάς της βγάζει βόλτα όχι τα σκυλάκια της αλλά ένα κόκκινο, Alpha Romeo 1600 Spider Duetto από τα τέλη της δεκαετίας των 60s’. Είναι ένα σαν και εκείνο που έπαιζε στον “Πρωτάρη” όμως εκείνη σίγουρα δεν ήταν τότε η Mrs. Robinson. Η μαμά της ίσως. Μαζί με το αυτοκίνητο κληρονόμησε και έναν αριστοκρατικό αέρα όταν κρατάει το τιμόνι πριν ακόμη βάλει μπρος τη μηχανή. Ίσιος ψηλός λαιμός, το κεφάλι μπροστά, κοιτάζει τον καθρέφτη, τον ρυθμίζει και ρίχνει στον ίδιο της τον εαυτό ένα χαμόγελο γεμάτο υπονοούμενα. Διαβάζω πως δίνει ένα σήμα επιβράβευσης στη γυναίκα που κουβαλάει μέσα της. Είναι η ίδια με εκείνη που διακρίνει εκ πρώτης όψεως κανείς, αν φυσικά την παρατηρήσει κάλα και τύχει σε μια απλή, καθημερινή κουβέντα μαζί της. 


Το πρωί τη συναντώ στο καθαριστήριο. Όχι κάθε πρωί, μα αυτό το ανεμοδαρμένο πρωινό Πέμπτης. Αφήνω χώρο σε εκείνη να ακουμπήσει μια ντουζίνα λαμπερά φορέματα στον πάγκο παράδοσης και κόβω βόλτες έξω από το κατάστημα. Στο εν το μεταξύ ακούω μια βαθιά, αισθησιακή αλλά και περιφανή φωνή να εξηγεί κάτι λες και απολογείται. Κατεβάζω το κεφάλι και κάνω πως δεν βλέπω, όταν καταλαβαίνω πως μου απευθύνει το λόγο. Φοράει κόκκινο, μακρύ και παχύ, μοχέρ ζιβάγκο και ένα ίσιας γραμμής, ακριβώς στον αστράγαλο, πολύ ανοιχτόχρωμο, blue jean, με μπλε, σουέτ γόβες και κόκκινη σόλα. Εγώ φορώ μια μαύρη τζιν μίντι φούστα με μεταλλικά κουμπιά μπροστά, ένα πράσινο, κοντό, πλούσιο σε όγκο, με φουσκωτά μανίκια πλεκτό πουλόβερ και μαύρες, σουέτ ψηλοτάκουνες γόβες. Με έναν κοινό τρόπο, οι εμφανίσεις μας είναι casual και εν μέρει χρωματικά εκκεντρικές. Τα γκρι κυματιστά μαλλιά της είναι δεμένα σε ένα χαμηλό κότσο που φτάνει ως τα μισά της πλάτης της και τα δικά μου πιασμένα σε πλεξούδα. Μου ζητάει επιβλητικά να μπω μέσα με δικαιολογία πως κινδυνεύω να την αρπάξω από τον βόρειο άνεμο που προλαβαίνει και μπαίνει πρώτος όταν εκείνη ανοίγει την πόρτα. Ok, λέω και σηκώνω τους ώμους σαν να δείχνω πως δεν έχω και άλλη επιλογή. 


Μπαίνοντας μου λέει: “επειδή εγώ έχω μια ντουλάπα αναμνήσεις που κουβαλάω όπου πάω σημαίνει πως εσύ πρέπει να περιμένεις στο κρύο για ώρες;”. Ασυναίσθητα χαμογελάω και την κοιτάζω με ένα δέος που δε γνωρίζω από που μπορεί να πηγάζει. Είναι κοντά είκοσι χρόνια μεγαλύτερή μου όπως μόνη της μου αναφέρει και κουβαλάει, λέει, ακόμη στις αποσκευές της την επαγγελματικής της προίκα. Οδοντίατρος με τόσες τουαλέτες μονό από φετίχ σκέφτομαι, ένα παράδειγμα σαν το δικό μου. Όμως χειμαρρωδώς μου αναλύει σύντομα, πόσο γελοία ένιωθε πως ως Πρέσβειρα στον ΟΗΕ για τα δικαιώματα των Αφρικανών γυναικών την ξέπνοη με έναν τρόπο δεκαετία του 90, χρειάζονταν πέρα από ισχυρό λόγο και εντατική παρουσία σε δράσεις και παγκόσμιες πρωτοβουλίες, ευφάνταστα, αστραφτερά και τόσα, πολλά, διαφορετικά φορέματα. Σε ένα παραλήρημα μου εξηγεί την ανάγκη της να βρουν αυτά τα φορέματα προορισμό και σκοπό και πως όταν εξάντλησε όλα τα περιθώρια σκέφτηκε να τα δημοπρατήσει και να διαθέσει τα έσοδα στη τοπική κοινότητα Αφρικανών γυναικών που ανακάλυψε πως αν και τα έχεί πάει υπέροχα ακόμη δεν εκπροσωπείται από κάποιον τοπικό παράγοντα προκειμένου να αφομοιωθούν σε κάθε τομέα της ζωής της τοπικής κοινωνίας. Όσο για το οδοντιατρείο είναι το επάγγελμά της εδώ και 40 χρόνια, οπού σε ένα τέτοιο, στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, συνάντησε κάποτε τον πρίγκιπα της. Έναν Αφρικάνο πρόξενο που αγαπούσε τα λαμπερά λευκά δόντια και τα φωτεινά, μεγαλόψυχα, λευκά, κορίτσια.


AUTUMN 2021