Friday, March 11, 2022

Δραματοποίηση και αποδραματοποίηση

Πέμπτη 10 Μαρτίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας φυτευτής και ανθολάγνος

Στον στενό δρόμο κάθετα στην μεγάλη λεωφόρο έχει συσσωρευτεί πλήθος κόσμου. Σχηματίζουν ουρά κάποιοι και κάποιοι απλά στέκονται άναρχα με τα χέρια στις τσέπες και συνομιλούν με άλλους. Είναι ένας παγωμένος μα ηλιόλουστος Μάρτης. Είναι ένας ανθισμένος μα και διστακτικός σε χαμόγελα Μάρτης. Γι’ αυτό τα χέρια είναι στις τσέπες, τα χείλια έχουν πάρει ένα τριανταφυλλί ζωηρό χρώμα, τα στόματα διστάζουν να αστειευτούν αλλά τα μάτια υπόσχονται σύντομα να σκορπίσουν το φως τους. Οι άνθρωποι εκεί περιμένουν κάτι, άλλοι πιο βιαστικοί και ανήσυχοι μέσα στις μικροσκοπικές σπαστικές κινήσεις τους άλλοι υπομονετικοί και με άνετο στιλ απολαμβάνουν το απόλυτο τίποτα, επαναπαυμένοι σε αυτήν τη σπάνια ευκαιρία που τους δίνει η ζωή. Ξάφνου φύσηξε ένας αέρας πόλης που μυρίζει μούχλα, πυκνό νέφος και προσδοκίες. 


Όλοι αντέδρασαν σε αυτόν τον αέρα, αλλάζοντας θέση στο σώμα τους, κατεύθυνση στο βλέμμα και ίσως στάση στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα. Πολλοί συχνά επιδιώκουμε μετά μανίας να μας φυσήξει ένας αέρας αισιοδοξίας, να εκπνεύσει κάποιος Θεός λίγη ελπίδα για εμάς εδώ κάτω. Το να μπορέσει έστω κάτι να μετατοπίσει το νου από τη σκέψη που σου τρυπάει σαν κάμπια τον εγκέφαλο είναι πάντα ένα ευτυχές στιγμιότυπο της κινηματογραφικής σκληρότητας που εκτυλίσσεται στον ανώμαλο ανθρώπινο ψυχισμό σου. Περισσέυει λίγο από τούτο το κάτι, την ώρα αυτή που ο αέρας στροβιλίστηκε γύρω από τα κορμιά μας, μέσα από τα παλτό μας, ανάμεσα στα μαλλιά και στην επιφάνεια του γυμνού προσώπου μας. Πρεπει ξαφνικά να συνηθίσουμε και να ξεσυνηθίσουμε σε χρόνο μερικών δευτερολέπτων το φαινόμενο που προκαλεί την τύχη των μορίων από τα οποία αποτελούμαστε. Κάπως έτσι αναγκάζονται μερικοί να εγκαταλείψουν το σχέδιο ψυχαναγκασμού και αυτοεξόντωσης και να αναπτύξουν δεξιότητες αντίστασης στα μαλλιά που μπερδεύονται, στους πόρους του δέρματος που διαστέλλονται απότομα, στα μάτια που τσούζουν και υγραίνονται. 


Μόλις τελειώνει όλη αυτή η ιστορία και μια μικρή αμνησία σε σχέση με ότι προηγήθηκε είναι πια γεγονός, το σενάριο ξαναγράφεται από την αρχή και το καστ έχει να μάθει εκ νέου τον ρόλο του. Παίζουμε όλοι στο ίδιο έργο, συμπρωταγωνιστές στη ζωή που συνιστά το τέλειο  κινηματογραφικό μελόδραμα με σκηνοθετικά ατοπήματα από στιγμές γέλιου. Λογικές συνδέσεις χαράς και μικρής ευτυχίας με τη δραματική πραγματικότητα, υποβαθμίζουν το μέγεθος του αληθινού δράματος και φανερώνουν πως η δραματοποίηση και η αποδραματοποίηση τους είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: η αποποινικοποίηση της ευτυχίας. Για τον λόγο αυτό, το κοινό εδώ ετοιμάζεται να δει αυτήν την τόσο πολυσυζητημένη παράσταση. Μιλάει για το μέγεθος του ανθρώπινου πόνου και πώς αυτός αποτυπώνεται σχηματικά μέσω κινησιολογικών γραμμών εκτόνωσης, ενώ φωτογραφικές στιγμές του ανθρώπινου δράματος θα περνάνε κυκλικά στον χώρο , αγκαλιάζοντας τους θεατές με τραγικότητα. Αυτή ακριβώς την ανάγκη μάλλον επιλέγει ένα μάτσο ενοχικών να ικανοποιήσει. Την ανάγκη της άφεσης στην αμαρτία της ικανοποίησης, της ανάτασης, της ελπίδας. Μάλιστα εξηγείται το γεγονός της πνευματικής υπεροψίας που κάποιοι απροκάλυπτα και επιβεβλημένα εκδηλώνουν, μελετώντας με σύνεση και απόλυτη προσοχή το έντυπο της παράστασης που στοργικά κρατούν στα χέρια τους αλλά και η αμηχανία των υπολοίπων, όσων δηλαδή είναι με το ένα πόδι έτοιμο να το σκάσει και το άλλο σε επιφυλακή μήπως χρειαστεί να ακολουθήσει. 


Έντονη κινητικότητα όταν εμφανίζεται το κεντρικό πρόσωπο της παράστασης. Μία πανύψηλη φιγούρα, θηλυκή στις γραμμές, αντρική σε ανάστημα και όγκο, μαγνητίζει τον περίγυρο του καθώς μέσα σε ένα εκκεντρικό, μακρύ φόρεμα, πλούσιο σε σατέν και τούλινα ενωμένα κομμάτια υφάσματος, διασχίζει πάνω σε ένα ζευγάρι μαύρες ψηλές τρακτερωτές μπότες το πλήθος και πλανιέται στον χώρο με χέρια που διαγράφουν αόρατα σχήματα στην ατμόσφαιρα. Αδύνατον να μην παρασυρθείς είτε από περιέργεια είτε από την ενέργεια που εκτοξεύει. Θέλει κάτι να δείξει, προσπαθεί κάτι να πει, ελπίζει πως θα κερδίσει θαυμαστές και πιστούς οπαδούς της τέχνης του. Έχει αναλάβει και την πράξη και το πριν την πράξη. Και την τέχνη και τα τεχνικά σημεία που προηγούνται και έπονται αυτής. Και το μύθο και την απομυθοποίηση του. Και να σαγηνεύσει τους θεατές του δράματος που δελεάζονται από αυτό όντας εφησυχασμένοι  στην αίγλη τους και να αποδεσμεύσει τους θεατές της αλήθειας που είναι ήδη δελεασμένοι από τη δύναμή της και εύκολα θα βρουν άσκοπη την απόκρυψή της από παράγωγες αλήθειες.



SPRING

Tuesday, January 25, 2022

Το ταξίδι εκείνο: Το κίτρινο ημερολόγιο στον πάτο της βαλίτσας

 Τρίτη 25 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής 

Την περίμενα στην πόρτα να ετοιμαστεί. Νομίζω ανήκει σε εκείνες που αργούν όπως κι εγώ  να ετοιμαστούμε αν έχουμε κάπου να πάμε. Βγαίνει στην πόρτα μισοκρυμμένη, μόνο το κεφάλι και ο ένας ώμος και μου λέει πως δε βρίσκει κάποιο μαντίλι. Μου κάνει νεύμα να περάσω μέσα και τρέχει προς την ξύλινη σκάλα. Κάτω ακριβώς από τη σκάλα πάνω σε ένα κάμελ ταμπουρέ κείτεται ένα εκρού βαλιτσάκι από δερματίνη περίπου σαράντα πόντους. Φωνάζει από πάνω πως αν θέλω μπορώ να παίξω μουσική στο πικάπ. Πρώτα αναρωτιέμαι γιατί πικάπ και στη συνέχεια προσπαθώ απορημένη να εντοπίσω δίσκους βινυλίου. Δίπλα από το ταμπουρέ, μέσα σε ένα ψάθινο καλάθι, υπάρχουν πολλοί από αυτούς, αρκετοί παλιοί και μερικοί καινούργιοι. Και φυσικά το πικάπ, τι άλλο από το κλειστό βαλιτσάκι μπροστά μου. Παίρνω την πρωτοβουλία, η βαλίτσα ανοίγει και ένα αληθινό πικάπ με πλατό, βραχίονα, κεφαλή. Μόλις διαλέγω τυχαία έναν δίσκο με έναν ήχο μεταξύ jazz και electronic και ακούω πίσω μου τα βήματά της.


Με παραξενεύει η ξαφνική εμφάνισή της όσο και η μουσική που διαλέγει να συμπεριλάβει στην συλλογή της. Φοράει ένα κρεμ μίντι φόρεμα από μπουκλέ ύφασμα, στενό πολύ στη μέση με μερικές πιέτες τριγύρω, ελαφρώς άνετο στους γοφούς και απόλυτα pensil στο τελείωμα. Ψηλές κόκκινες σουέτ γόβες τονίζουν υπέροχα τις μακριές γάμπες της και όλο το σύνολο την κάνει να φαίνεται υπέρκομψη. Μαλλιά από χοντρές σκούρες καστανές γυαλιστερές μπούκλες ως τους ώμους και μακριά δάχτυλα να περνούν ανάμεσά τους και μαλακά να ξεχτενίζονται είναι εκείνο το στιγμιότυπο από εκείνη που σου αποτυπώνεται για πάντα στο νου. Το άρωμα της γλυκό, πικάντικο και παλιό είναι σαν εκείνο που μας θυμίζει τη μαμά μας, νοσταλγικό και προσαρμοσμένο στη μυρωδιά του δέρματος του αγαπημένου μας πρόσωπου. Γύρω από τον λαιμό της έχει περασμένο ένα μαντίλι με ζωηρά χρώματα ίσως από ακριβό μετάξι ίσως και από φτηνό σατέν. Γλυκό μπεζ, βαθύ μοβ, καφέ της σοκολάτας και λεπτή χρυσοκλωστή σχηματίζουν έναν σπάνιο καμβά αποχρώσεων που κεντρίζει τα οπτικά νεύρα ευχάριστα. Όλα μπερδεύονται σε μια υπερβολή που πάνω της καταλήγει να είναι απλά ο εαυτό της. Μάλιστα η άνευρη φωνή της χαλαρώνει την έντονη παρουσία της εκτός από τις φορές που θέλει να εκφραστεί όσο έντονα μπορεί να νιώθει. 


Με ρωτάει πως βρήκα τις σημειώσεις της, αν μου φάνηκαν αρκετά χρήσιμες και εγώ με ένα ειλικρινές ευχαριστώ και ένα ανάλογο χαμόγελο της ανταποδίδω το ενδιαφέρον που έχει μέχρι τώρα δείξει. Μια νευρώδης μελωδία στο πικάπ με σηκώνει από το κάθισμα και με στέλνει κατευθείαν δίπλα στην πόρτα. Η ώρα πέρασε αργά θαρρώ και φοβάμαι πως έχω χάσει σχεδόν όλη τη μέρα. Όμως δεν είμαι ούτε μισή ώρα εδώ, ούτε καν η μία πλευρά του βινυλίου. Η αλήθεια είναι πως κι εκείνη δε θέλει να αργήσει στο ραντεβού της στο οποίο προσφέρθηκα να την πετάξω όταν στο τηλέφωνο χθες την ενημέρωνα πως θα περνούσα να της αφήσω της σημειώσεις της. Είχε μάλιστα φροντίσει να κατεβάσει πλάι στην πόρτα τη βαλίτσα με το χακί λινό ύφασμα και δερμάτινες σκούρες πράσινες γωνίες. Εκεί από όπου έβγαλε για να μου δώσει τις σημειώσεις, εκεί τις επιστρέφει με την ίδια ακριβώς ευλάβεια σα να αποτελούν τα μυστικά του κράτους. Ανασηκώνοντας το καπάκι της βαλίτσας, το κίτρινο ημερολόγιο στον πάτο της βαλίτσας και ο ίδιος, κρυφός τότε, φανερός τώρα ευσεβής πόθος: θα ήθελα πολύ να μάθω τι σηματοδοτούσε το 1994 για εκείνη. Φοβάμαι μάλιστα πως κάτι κατάλαβε όταν άρχισε να μου μιλάει για το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς.


Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδρομής και όχι πολύ μετά από την ώρα που αναχωρήσαμε μου ανέφερε πως ο λόγος που της αρέσουν τόσο τα vintage αντικείμενα είναι γιατί σου θυμίζουν πόσο ευλογημένη είσαι για τις όμορφες στιγμές που πέρασαν από τη ζωή σου και φώτισαν την ψυχή αλλά όσο και για τις άσχημες μέσα από τις οποίες κατάφερες να βγεις δυνατός. Για εκείνες τις όμορφες στιγμές ζεις, αναπνέεις, υπάρχεις μόνο και μόνο για να τις ανακαλείς, να πλημμυρίζεις εικόνες και συναισθήματα, να γεμίζεις ελπίδα. Με τις άσχημες γίνεσαι ποιο τολμηρός, αποκτάς ενσυναίσθηση και εκτιμάς κάθε λεπτό της ημέρας σου. Όμως σε εκείνο το ημερολόγιο υπάρχουν μονάχα οι πιο παστέλ, μελωδικές, βελούδινες, φρουτένιες, πικάντικες και αγνές μαζί υπέροχες στιγμές της. “Το βλέπεις αυτό το φόρεμα;” μου λέει, “το φόραγε η μητέρα μου εκείνο το καλοκαιρινό δροσερό αυγουστιάτικο απόγευμα του 1994, σε εκείνη τη μικρή καθολική εκκλησία στην μικρή πόλη με την παγωμένη λίμνη, το κάμπινγκ στο δάσος και τα τραγούδια με κιθάρα δίπλα στη φωτιά”.



WINTER 2022

Sunday, January 23, 2022

Το ταξίδι εκείνο: Βαλίτσες παντού

 Δευτέρα 24 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής 

Το σπίτι της είναι γεμάτο από διάφορες βαλίτσες. Υπάρχουν βαλίτσες παντού. Όχι βαλίτσες που πρέπει να αδειάσουν. Δε είναι οι βαλίτσες αυτές που ταξίδεψαν παρέα με τον ιδιοκτήτη τους κάπου και επέστρεψαν για να κρυφτούν στο πατάρι, στην αποθήκη ή στο βάθος κάποιας ντουλάπας. Ούτε είναι οι βαλίτσες που με κόπο έκλεισε η ιδιοκτήτριά τους προσπαθώντας να χωρέσει επίμονα παραπάνω από όσα έπρεπε ρούχα και αξεσουάρ. Εκείνες που έτσι πιεσμένες όπως είναι όταν τολμήσεις να τις ανοίξεις φοβάσαι πως θα βρεις τα γαζιά τους διαλυμένα ή κάποια φανταχτερή γόβα θα εκσφενδονιστεί στο κούτελό σου αφήνοντας το αποτύπωμά της κυριολεκτικά στο κεφάλι σου. Είναι βαλίτσες διακοσμητικές ή χρηστικά αντικείμενα με εμφάνιση βαλίτσας. 


Διακοσμητικές βαλίτσες που μάλλον ικανοποιούν κατά κάποιο τρόπο τη λαχτάρα για ταξίδι. Πιθανόν εκείνη βλέπει στις βαλίτσες τριγύρω, το ταξίδι που έρχεται ή πιθανόν εκείνα που πέρασαν και άφησαν νοσταλγία και πόθο. Μπορεί πάλι να μην ικανοποιεί την προσδοκία ή την ανάμνηση με τόσες βαλίτσες αριστερά και δεξιά αλλά να ζει με κάποιο τρόπο γενικά το ταξίδι κάθε λεπτό, κάθε φορά που πέφτει το βλέμμα της σε κάποια από τις βαλίτσες εκεί. Ονειροβατεί ίσως σε κόσμους που τα αληθινά ταξίδια δεν μπορούν πάντα εύκολα να πλησιάσουν αλλά και αν τους πλησιάσουν συχνά θα πρέπει να τους εγκαταλείψουν. Κάθε βαλίτσα, τέτοια διακοσμητική, μπορεί σε χρώμα, υλικό και περιεχόμενο να παραπέμπει σε μια επιθυμία, σε ένα όραμα, σε μια εποχή και σε μια ιστορία που η πρωταγωνίστρια έχει κρυφτεί  εκεί ή έχει κρύψει μέσα της. Μόνο αν την ανοίξεις μπορεί να ανακαλύψεις τι από τα δυο συμβαίνουν. Κάποιος είναι ήδη ανοιχτές και κάποιες λίγες έτυχε και τις άνοιξε μια το φορές μπροστά μου.


Μια φορά σε μία από αυτές είχε χωρέσει ένα πολυτελές πορσελάνινο σερβίτσιο καφέ. Μπορεί να ήταν και η συσκευασία του ίδιου του σερβίτσιου σκέφτηκα τότε. Μα η ευλάβεια  με την οποία τα απέσυρε από μέσα για να τα χρησιμοποιήσει, η προσοχή με την οποία τα ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά μου για να μου σερβίρει ζεστό καφέ και κέικ καρότου αλλά και ο τρόπος που τα επανατοποθέτησε πίσω, με τόση φροντίδα και τάξη, με έκανε να καταλάβω πως εκεί τα αποθήκευε. Όταν δε έκλεισε το καπάκι, ακούμπησε και κράτησε σταθερά τις παλάμες της στην επιφάνεια για μερικά δευτερόλεπτα σα να άφηνε εκεί μια προσευχή για κάποιον ή για κάτι και έπειτα απομάκρυνε τα χέρια φρόνιμα. Στη συνέχεια εγώ πρόσεξα πως η βαλίτσα δεν ήταν άλλο πάρα ένα ψάθινο ορθογώνιο καλάθι πικ νικ. Το καλάθι διακοσμούσε μία γωνία στο αίθριο του σπιτιού της, μία ξύλινη ραφιέρα θα έλεγα όπου πάνω πάνω εκείνο και από κάτω άλλα δύο ράφια με έρποντα φυτά και μερικά βιβλία. Τόσο ο χώρος όσο και η ψάθινα βαλίτσα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο με έπεισαν πως της άρεσε πολύ το γεύμα στην εξοχή.


Της αρέσουν ωστόσο πολλά πράγματα πλην της εξοχής, όπως το να διηγείται ιστορίες από τη ζωή της και να προσκαλεί ανθρώπους σπίτι της. Για εκείνες τις σημειώσεις που προσφέρθηκε να μου διαθέσει εκείνο το παγωμένο απόγευμα Σαββάτου πριν δύο χρόνια αποφάσισε και πάλι να με καλέσει σπίτι της και όχι να βρεθούμε κάπου έξω. Ξανά οι ίδιες βαλίτσες στα ίδια σημεία, vintage καλοφτιαγμένα, μερακλίδικα αντικείμενα, με σπάνια χρώματα, ιδιαίτερα κουμπώματα, χρυσά λουκέτα και περίτεχνα ντυμένα με μεταξωτά υφάσματα χερούλια διατηρούσαν τις θέσεις τους και αποκτούσαν το ίδιο ενδιαφέρον και περιέργεια στον καλεσμένο. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί πως διακοσμούν με μια υπέροχα μποέμ διάθεση τον χώρο. Χαριτωμένοι αποθηκευτικοί μικροί χώροι, ιδιαίτερα λειτουργικοί, που μπορούν να μετακινούνται εύκολα και να αποθηκεύονται ακόμα πιο εύκολα σε άλλους μεγαλύτερους. Δε βρίσκονταν διάσπαρτες στα διάφορα σημεία του σπιτιού αλλά συγκεντρωμένες και κυρίως στοιβαγμένες. Σε μία από αυτές ήταν και οι σημειώσεις της, “οι μικροί της θησαυροί” όπως φάνταζε μάλλον και το περιεχόμενο των περισσότερων μάλλον βαλιτσών. Χρειάστηκε να ψάξει λίγο για να τις βρει. Όχι στην πρώτη που άνοιξε αλλά στη δεύτερη κιόλας βρήκε αυτό που ήθελε. Σηκώνοντας το ντοσιέ με τις πολλές σελίδες και πριν καλά καλά μου το παραδώσει, πρόλαβε να κλείσει γρήγορα τη βαλίτσα. Όχι όμως τόσο γρήγορα που να μην προλάβω να δω το φανταχτερό κίτρινο ημερολόγιο στον πάτο της. Έγραφε με πλάγιους αριθμούς 1994. 




WINTER 2022

Friday, January 14, 2022

..............Αυτοκινούμενο παγκάκι

 Παρασκευή 14 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής 

Περπατάω πάνω κάτω, ανυποψίαστα. Θέλω να δώσω την εικόνα πως δεν είμαι ένας παθιασμένος παρατηρητής των συγκινήσεων. Μπορεί να κατηγορηθώ ως απειλή της προστασίας των προσωπικών στιγμών των ανθρώπων. Όμως εγώ είμαι εκεί, απέναντι από τον κύριο με το γκρι κοστούμι. Η δική μου πλευρά είναι και εκείνη γκρι. Καμία ακραία όψη, κανένας χρωματικός τόνος που να ξαφνιάζει το βλέμμα. Στην άλλη όμως πλευρά κυριαρχεί το κίτρινο και το πράσινο. Ο ήλιος που ανεβαίνει πάνω, πίσω από την πλάτη μου, ζωηρός και περήφανος, ρίχνει το χρυσό φως του απέναντι. Εκεί στην άλλη πλευρά, απλώνεται μια μεγάλη λεωφόρος, ψηλά πάνω από το ποτάμι, με θεόρατα δέντρα και πυκνές φυλλωσιές, που φωτίζονται από τις διαπεραστικές και αδίστακτες ακτίνες του ήλιου. Μια πράσινη φωτογραφία με φλας είναι η πιο παράταιρη φωτεινή εκδοχή της στερημένης από φωτεινά χρώματα μίζερης πραγματικότητας. Τα πάντα γίνονται πρασινοκίτρινες αντανακλάσεις και όσοι  περαστικοί τις διασχίζουν θα μπορούσαν να χαθούν για πάντα μέσα στο σύμπαν τους και να γίνουν πρωταγωνιστές του ονείρου.


Εκεί κάπου ο δικός μου πρωταγωνιστής ταξιδιώτης του κυλιόμενου πεζοδρομίου μετατρέπεται για λίγο σε ανθρωποειδές, μισός σάρκα, μισός γυαλί. Η δεξιά του πλευρά, βιτρό σχηματισμένο από μικρά κομμάτια διάφανου πράσινου και κίτρινου γυαλιού κουβαλάει πάνω της όσα είδωλα καθρεφτίζονται και συμμετέχουν, αφομοιώνονται, παρασύρονται στην νιρβάνα του. Η άλλη του πλευρά απόλυτα κοσμική, γήινη αλλά ανεπηρέαστη από την κοσμικότητα του πλήθους. Η εμπειρία αποτυπώνεται στην ηλικία αλλά κυρίως στην αποδοχή αυτής και αυτό είναι πολύ γοητευτικό. Ο κύριος με το γκρι κοστούμι μπορεί ακόμη να μαγνητίζει τα βλέμματα, να γίνει χορευτικός παρτενέρ ωραίων κυριών, να φλερτάρει με την πρόκληση. Τώρα δοκιμάζει και δοκιμάζεται από μία νέα ερωμένη, την τεχνολογία και μοιάζει απόλυτα αποφασισμένος να απατήσει, χωρίς μάλιστα να ενδιαφέρεται να δώσει ιδιαίτερες εξηγήσεις. Εκείνη βρίσκει έκφραση στο αυτοκινούμενο παγκάκι αποτελώντας μια καλλιτεχνική παράκρουση του κλασικού ρεαλισμού που μεταφράζεται ως επιστημονική παραποίηση του κατεστημένου. Ένα είδος τεχνολογικού παραστρατήματος που στρέφει το ενδιαφέρον του  πρωτοπόρου στη διαχρονικότητα σκοντάφτει  πάνω σε ένα άλλο, εκείνο της απεγνωσμένης ελπίδας για συνέχεια. 


Το παγκάκι είναι σα σύννεφο που ενώ κινείται παραμένει σταθερά εντός του οπτικού μου πεδίου. Κατευθύνομαι παράλληλα, με βήμα γοργό και προσπαθώ να μη χάσω λεπτό από την πορεία του, η οποία φαίνεται να είναι κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβανόμενη. Υπάρχει ροή αλλά καμία μετατόπιση και αυτό είναι πολύ περίεργο. Όμως δεν παύει να μου προκαλεί ενδιαφέρον αυτή η μικρή περιπέτεια και για πρώτη ίσως φορά στη ζωή μου δεν προσπαθώ να καταλάβω. Η κατάσταση είναι σαν επαναλαμβανόμενα ακόρντα ενός τραγουδιού που η τελική του ωστόσο μελωδία είναι υπέροχα μοναδική. Τεχνολογικό καλλιτέχνημα τελικά δεν είναι το αντικείμενο, ούτε ο άνθρωπος στον οποίο απευθύνεται, ούτε η διαδικασία που συντελείται, ούτε το τεχνικό αποτέλεσμα. Τεχνολογικό καλλιτέχνημα είναι πως ταξιδεύεις σε ένα χρονικό διαρκές εντός ενός περιορισμένου χώρου. Νιώθεις και ξανανιώθεις το συναίσθημα που ο ταξιδιώτης όφειλε να έχει για να παραμείνει καθήμενος στο παγκάκι, εκείνο της εσωτερικού επαναπροσδιορισμού της ύλης του. Σε αυτόν τον επαναπροσδιορισμό, η πνευματική ανασύνταξη ενδέχεται να ταιριάξει με εκείνη που αναζητάς ακόμη και ως παρατηρητής, από την απέναντι πλευρά της όχθης του ποταμού που ρέει με βάση τους κανόνες της φύσης και όχι εκείνους που εσύ έθεσες στην πορεία της ζωής σου. 


Κι ενώ σου έχουν πει να αφήσεις τα πράγμα να γίνουν φυσικά και ενώ δεν εμπιστεύτηκες ποτέ αυτήν την προοπτική, τώρα συνειδητοποιείς πως υπάρχει μια άλλη φύση αφύσικη με την οποία μπορείς να ταιριάξεις καλύτερα. Εκείνη αποτελείται από συμπτωματικές πνευματικές ενώσεις και έχει μια θέση της στη ζωή, ακριβώς ανάμεσα από τον καλλιτέχνη, τον πομπό  και τον δέκτη του έργου. Έτσι ακριβώς ανάμεσα από το αυτοκινούμενο παγκάκι, τον κύριο με το γκρι κοστούμι και εμένα εμφανίζεται ένα φυσικό φαινόμενο που θα αποκλειστεί από το καθιερωμένο αυθύπαρκτο γίγνεσθαι της ύλης και θα μετουσιωθεί σε ένα γίγνεσθαι υπαρξιακά συνδεδεμένο με τον ασχημάτιστο κόσμο των ιδεών. Όταν ο κύριος σηκωθεί από το παγκάκι βλέπω πως δεν είχε καμία ιδέα σε τι συμμετείχε όπως μάλλον ούτε ο επόμενος θα έχει. Μόνο οι παρατηρητές που θα συνδεθούν μαζί τους.


WINTER 2022


Thursday, January 13, 2022

Αυτοκινούμενο παγκάκι

 Πέμπτη 13 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής

Ο κύριος με το γκρι κοστούμι και την γκρι ρεπούμπλικά του χαμηλά στο κεφάλι να του μισοκρύβει  τα μάτια, κάθεται στο παγκάκι μπροστά από το ποτάμι. Παρατηρώντας τον, παλεύω να ξεφύγω από την ψευδαίσθηση που μου δημιουργεί η ροή του ποταμιού σε σχέση με τη δική του άπνοη στάση. Όπως ξεμακραίνω με το πλοίο θαρρώ πως όχι εγώ αλλά εκείνος και παρέα του το παγκάκι, ξεμακραίνουν σαν ένα αυτοκινούμενο. Μοιάζουν μαζί σαν επιστημονικό έκθεμα σε έναν εικαστικό χώρο όπου κάποιος νεωτεριστής επιστήμονας θέλησε να παρουσιάσει την τέχνη που δημιουργεί ο συνδυασμός της αυθεντικότητας του διαχρονικού με την ακεραιότητα της πρωτοπορίας. Μοντέλα και ταυτόχρονα πρωταγωνιστές αυτού του επιστημονικού καλλιτεχνήματος το παγκάκι και ο κομψός μεταμεσήλικας κύριος.


Σε αυτό το έκθεμα ένα κυλιόμενο πεζοδρόμιο μπαίνει σε λειτουργία και μετακινεί τα στερεωμένα πάνω του παγκάκια λειτουργώντας στα πλαίσια της τεχνητής νοημοσύνης. Όταν ο καθήμενος σε αυτά επιδιώκει τη σύνδεση με το ποτάμι και έλκεται από την προοπτική πνευματικού διαλογισμού που μπορεί να προκύψει από αυτήν του τη σύνδεση, τότε το κυλιόμενο πεζοδρόμιο διαβάζει την ενέργεια αυτή και μονάχα τότε μπαίνει σε λειτουργία. Διαφορετικά μια ταλάντωση που παραμορφώνει το παγκάκι δίνοντάς του μια αφιλόξενη απότομη καμπυλότητα εκτόξευσης, εκτοπίζει τον επισκέπτη μακριά αποτρέποντας τον από ένα τέτοιο αντίστοιχο εγχείρημα στο μέλλον αν προπάντων δεν βρίσκεται σε ανάλογη πνευματική νηνεμία με εκείνη που η συνθήκη κίνησης επιτρέπει.


Απαραίτητο επίσης είναι τα πρόσωπα που θα μπορούν να βιώνουν κάθε φορά την εμπειρία της αυτοκίνησης να έχουν μια εκλεπτυσμένη γοητεία. Οι κακόγουστοι στην έκφραση, στο παρουσιαστικό τους, την έκφραση, στις ιδέες και στα ρούχα τους θα απορρίπτονται επίσης. Η εκλεπτυσμένη γοητεία θα είναι άμεσα συνυφασμένη με την προσεγμένη στιλιστική επένδυση του έργου προκειμένου να λειτουργεί και ως μια εικαστική πινελιά ανάλογη με αυτή που αρμόζει στο περιβάλλοντα, του ποταμού, χώρο. Το τελικό αποτέλεσμα θα πρέπει να βελτιώνει την εικόνα του σημείου από όπου ο κόσμος περνά καθημερινά για να κάνει έναν περίπατο, να ταξιδέψει για λίγο στη μαγεία της πρωινής ομιχλώδους βαρκάδας ή της απόκοσμα όμορφης νυχτερινής πλωτής γευσιγνωσίας, για να εμπνευστεί, να καλλιτεχνήσει και να ερωτευτεί. 


Έτσι τα πρόσωπα - επισκέπτες στο παγκάκι, φορούν μόνο γραμμές που κολακεύουν τη σιλουέτα, κοιτάνε με βλέμμα αυτοπεποίθησης, αυτοεκτίμησης και λαγνείας, μιλάνε λακωνικά και στοχευμένα στο καλό, το απλό και το ανθρώπινο. Δεν είναι αμετροεπείς, πρόστυχοι, υπερφίαλοι και απροσάρμοστοι. Τα χέρια τους είναι δυνατά, ετοιμοπόλεμα για όποια μάχη ενάντια στη μιζέρια και την ένδεια, τα χείλη χαλαρά και μισάνοιχτα σε θέση να σιγοψιθυρίσουν ένα όμορφο τραγούδι, τα βλέφαρα ελαφρά και ταπεινά στο φως που πάει να κοροϊδέψει το σκοτάδι και θαρραλέα όταν κοιτάνε το σκοτάδι που απειλεί το φως. Ο δικός μου επισκέπτης μέσα στο λευκό του πουκάμισο, το ανοιχτόχρωμο γκρι κοστούμι με το ασορτί σφιχτό γιλέκο, το χαμηλωμένο καπέλο, τα χέρια στις τσέπες, τα τεντωμένα μπροστά σταυρωμένα πόδια, τη λεπτή κορμοστασιά και το σκληρό δέρμα στο πρόσωπο είναι από εκείνους που ταιριάζουν απόλυτα με το προφίλ το επισκέπτη που ζει απόλυτα την εμπειρία του εδώ. “Πρέπει να τον προλάβω!” σκέφτομαι και κατεβαίνω στην προβλήτα απέναντι.


WINTER 2022

Wednesday, January 12, 2022

Συνθήκη προτροπής

 Τετάρτη 12 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής 

Κάπου εκεί το μυαλό δουλεύει σε μια σταθερή επανάληψη. “ Επιτέλους πρέπει να κοιμηθώ, πρέπει να κοιμηθώ, πρέπει να …….. ” είναι η πρόταση που γυρνάει στο μυαλό το οποίο σιγοντάρεται από το κορμί. Καμία θέση δεν το βοηθάει να βρει την ησυχία που θέλει όχι γιατί είναι άβολα τοποθετημένο αλλά γιατί πονάει παντού. Πρέπει όμως πρώτα να αντιμετωπίσω την υπερένταση που προκαλείται από την τσουχτερή ενόχληση που μοιάζει σα να χτυπάς πάνω σε παγωμένο μέταλλο. Αντανακλάστικός πόνος όπως ο ήχος της καμπάνας. Γεννιέται εδώ και σεριανίζει μέχρι και δεκάδες μέτρα μακριά. Πονάει η άρθρωση του χεριού μου και νιώθω διάχυτες δονήσεις στα πέλματα. Και όλο αυτό γιατί υποτίμησα τη δυσκολία να κατασκηνώσει κανείς μια χειμωνιάτικη νύχτα μέσα στο δάσος. 


Η παρέα αποτελείται από εμάς τις πέντε. Γυναικεία υπόθεση. Οι δύο έχουν αρκετή εμπειρία από ανάλογες παλικαριές σε βουνά, κάμπους, ακροθαλασσιές. Τα κορίτσια ξέρουν να στήνουν και να ξεστήνουν σκηνές, να ανάβουν φωτιά και να είναι ετοιμοπόλεμες στα παράδοξα του καιρού και της νύχτας. Οι υπόλοιπες είμαστε κατά βάση θεωρητικές, με εμένα μόνο να αρέσκομαι σε χειρωνακτικά πειράματα αν και καταλήγω συνήθως με εκδορές και μελανιές. Πάντα πίστευα πως μπορούσα και μου ταίριαζε πολύ να φτιάχνω πράγματα με τα χέρια και αυτό είναι εξαιρετικά οξύμωρο σε σχέση με το ότι κυρίως πνευματικό κόπο έχω να θυμάμαι μέχρι τη στιγμή ετούτη. Απόψε απέδειξα ότι μπορώ να κουβαλήσω, να στερεώσω, να δέσω, να λύσω και να παραμείνω με υψηλό ηθικό ως το τέλος. Όμως το σώμα δεν είναι καμωμένο για τέτοια, δεν έχει αντοχή, έχει μάθει αλλιώς. Έτσι τώρα, ντυμένη με μια φλις μπλε ολόσωμη φόρμα, μάλλινες κάλτσες και σκουφί, συνάμα καλυμμένη με ένα σλίπινγκ μπανγκ ατενίζω το κλειστοφοβικό ταβάνι της σκηνής και γυρεύω να βρω τη θέση που θα με ξεκουράσει.


Έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνω πως μάλλον πλάι σε μια φουντωμένη φωτιά θα βρω τη θέση μου γι’ απόψε. Η φωτιά που ανάψαμε, έσβησε. Το σημείο που κατασκηνώσαμε ευτυχώς είναι κοντά σε ένα τουριστικό ράντζο που οι ιδιοκτήτες του φροντίζουν πάντα σε συνεννόηση με τους τοπικούς άρχοντες της περιοχής να προμηθεύουν με ξύλα την κατασκήνωση από το  ίδιο το δάσος. Εκείνοι παρέχουν τις υπηρεσίες περιποίησης και καθαριότητας από παλιά κλαδιά και γερασμένα δέντρα οπότε ως ανταμοιβή κρατούν όσα από αυτά κόβονται προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για καύσιμη ύλη. Υπάρχουν λοιπόν αρκετά που να μπορούν  να θερμάνουν πολλές χειμωνιάτικες ώρες. Βαδίζω μέσα στην παγερή νύχτα κάτω από τον έναστρο ουρανό και φτάνω στη σωρό με τα ντανιασμένα ξύλα. Αρπάζω μερικά μέσα στην αγκαλιά μου και επιστρέφω έξω από τη σκηνή. Στήνω τα ξύλα σε πυραμίδα, τοποθετώ στη βάση τους μερικά ξερά φύλλα και μικρά κλαδιά, τσαφ ένα μεγάλο σπίρτο και μια γενναία φωτιά ξεπηδάει και στέλνει σπίθες που παν να συναντήσουν τα αστέρια. 


Όση ώρα μεσολαβεί από τη στιγμή που βγαίνω για ξύλα μέχρι την ώρα που η φωτιά είναι γεγονός, το σώμα έχει βρει τη θερμοκρασία που χρειάζεται όσο καμία πνευματική δραστηριότητα δεν μπόρεσε ποτέ να φέρει στους μύες μου τον βαθμό θερμότητας που ζητούν. Νιώθω απεριόριστα περιφανή που με διόλου βοήθεια κατάφερα να δώσω φλόγα, μια ιδέα ζωής, στο μικρό αυτό κομμάτι του απεριόριστου άλλα μοναδικού συμπαντικού παζλ του κόσμου της νύχτας. Μέχρι πριν λίγο, τολμηρό θεωρούσα το να τσακίσω τα τακούνια του αγαπημένου μου ζευγαριού πέδιλων, περιπλανώμενη στα καλντερίμια ενός ελληνικού νησιού και όχι με σκισμένα από το κρύο χέρια να διανύω μόνη μέσα στο σκοτάδι ένα δασικό μονοπάτι στη μέση ενός πουθενά. Πιθανόν από εδώ και στο εξής να νιώσω πως εκεί ακριβώς υπάρχει ένα ολοκληρωτικό παντού. Μαθαίνω απόψε πως παντού μπορεί κανείς να βρει τους καλά κρυμμένους θησαυρούς του, να βγει πιο μπροστά από τον ίδιο του τον εαυτό και να διεκδικήσει την ευκαιρία του στη φωτιά. Στο σημείο αυτό ένα μαγικό κάλεσμα φέρνει την παρέα έξω από τη σκηνή. Ποτέ πια πριν δεν έτυχα σε μια τέτοια συνθήκη προτροπής που να ξεκινάει από εμένα.


WINTER 2022

Tuesday, January 11, 2022

Μια κατηφόρα δρόμος, η “ανηφόρα”

 Τρίτη 11 Ιανουαρίου, έτος «Μαύρου Δέρματος». 

Μήνας Αλκυονίδων και λαμπροφεγγαρόφωτης βροχής 

Κατηφορίζω χοροπηδηχτά την απότομη λεωφόρο. Χαμπουργκεράδικα, δισκοπωλεία, τσαγκάρικα, ανθοπωλεία από τη μία. Από την άλλη πλευρά τραπεζικά καταστήματα, είσοδοι πολυώροφων εταιριών και ψηλές τζαμαρίες με εφέ καθρέφτη ή φιμέ απόχρωση. Όσο εγώ παρασύρομαι από την ίδια μου τη φόρα τόσο τα πράγματα αριστερά και δεξιά μου , μεταμορφώνονται σε γρήγορα, επαναλαμβανόμενα κινηματογραφικά τρέιλερ. Φορές φορές κόβει τη φόρα μου ένας περαστικός, ένα απρόσμενο αντικείμενο ή ένα δικό μου στραβοπάτημα. Συχνά όμως διακόπτει την παιδιάστικη ανεμελιά μου ένα γοργό λαχάνιασμα από τον έντονο παλμό που για κάποια ώρα διατηρώ. Πιθανόν όμως οι λόγοι που το προκαλούν να είναι άλλοι.


Όταν αυτό το λαχάνιασμα μου φρενάρει την αποφασιστικότητα και τη διάθεση για τολμηρές εμφανίσεις μέσα στον κόσμο που απαρατήρητος ζει την επανάληψη του, τότε ακριβώς είναι που αναρωτιέμαι αν αυτές οι γρήγορες αναπνοές είναι μια μηχανική αντίδραση του οργανισμού ή κάτι άλλο. Φυσικά θεωρώ πως τίποτα δε θα έπρεπε να εμποδίζει τον επιστήμονα να καταλήξει σε συμπεράσματα που προκύπτουν όχι μόνο από την αυθυπαρξία κάθε ζωντανού οργανισμού αλλά και από τα παράπλευρα δεδομένα που συνυπάρχουν μέσα στη ίδια του την ύλη. Με άλλα λόγια νιώθω λαχανιασμένη καθώς ο αέρας που περισσεύει στον καθένα να αναπνεύσει είναι συγκεκριμένος και όταν μάλιστα η ζήτηση του είναι αυξημένη σε ένα πολυπληθές περιβάλλον απλά μειώνεται το ποσοστό που μας αναλογεί. Αυτό είναι το λεγόμενο για εμένα αγοραφοβικό λαχάνιασμα, όχι γιατί οι οντότητες ως παρουσίες είναι εκείνες που ενοχλούν αλλά γιατί απλά διεκδικούν περισσότερο αέρα από αυτόν που επαρκεί για καθέναν ξεχωριστά. Αυτό ίσως νιώθω τώρα.


Την ώρα αυτή σκύβω να δέσω τα κορδόνια μου που δεν έχουν λυθεί, έχουν απλά χαλαρώσει. Αφορμή, ελπίζοντας πως αν κλείσω το σώμα μου μπροστά σώσω μερικές αναπνοές για μένα και στριμώξω εσωτερικά αέρα που θα χρειαστώ. Σηκώνομαι λίγα δευτερόλεπτα μετά και αποφασίστηκα διανύω τη λεωφόρο απέναντι, στην πλευρά με τα τζάμια που καθρεφτίζουν ότι συμβαίνει μπροστά τους. Εκεί η ανάσα καταφέρνει να βρει σιγά σιγά το ρυθμό της, γίνεται πιο αργή και όσο οι καθρέφτες δημιουργούν την ψευδαίσθηση μεγαλύτερου χώρου μένεις με την εντύπωση πως ο αέρας είναι και αυτό πιο πολύς. Αυτή είναι η λεγόμενη πνευματική ανασυγκρότηση που αναπόφευκτα θα οδηγήσει στο σταδιακό ξελαχάνιασμα που έρχεται και με βρίσκει. Τόσο η εντύπωση του όλου όσο και ο αυτοέλεγχος επιδρούν στο κατευναστικό αίσθημα. Καθώς σου αποκαλύπτονται μόνο όσα εσύ θες να δεις και σύντομα αποτελέσουν το συνειδητό σύμπαν όσων τα μάτια μας προτιμούν να βλέπουν και το μυαλό  γουστάρει να σκέφτεται, αρχίζεις να νιώθεις πως υπάρχει λίγος αποθεματικός αέρας βαθιά μέσα σου.

Ενώ παράλληλα παρατηρώ εμένα στους καθρέφτες, βλέπω στο είδωλό μου αυτό που θέλω από νωρίς το πρωί σήμερα να βλέπω. Στο σκούρο “λερωμένο” ροζ στρατιωτικής αυστηρής γραμμής παλτό μου διακρίνω περισσότερο το χρώμα και τη σιλουέτα που περίτεχνα σχηματίζεται μέσα σε αυτήν τη γραμμή. Στα ατίθασα, αγριεμένα μαλλιά μου εντοπίζω τον πλούτο της κόμης μου. Στις γραμμές που διαπερνούν διάφορα σημεία του προσώπου μου διακρίνω κοριτσίστικα  χαμόγελα και τρανταχτά γέλια. Στα μοβ σουέτ με χρυσά κορδόνια αθλητικά μου παπούτσια διακρίνω εμένα. Και σε όλα αυτά μαζί βλέπω, πως μπορώ όποτε λαχανιάζω να θυμάμαι την ψυχή μου, εκείνη που κρατάει πάντα λίγο αέρα για να τροφοδοτήσει όποτε χρειαστεί του πνεύμονές μου.


WINTER 2022

Monday, December 20, 2021

Εγωκεντρικό κυνηγητό

Δευτερά 20 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματολόγια

Ανεβαίνω γρήγορα τα σκαλιά και έχω φτάσει. Πατάω σταθερά και νιώθω ακόμη ότι ανεβαίνω κι άλλο. Είναι σα να με κυνηγάει το εγώ μου, σα να με κυνηγάει ο εαυτό μου που έχω σαράντα χρόνια να αντικρίσω κατάματα. Πως θα σταθεί ανάμεσα σε αυτό το πλήθος, πως θα αντιμετωπίσει την αλήθεια του που με καταδιώκει. Θα μπορούσα να την αφήσω να με πιάσει, να με βρει, να με γδύσει, να με απογυμνώσει. Όμως δε ξέρω πως να ζήσω έτσι μετά, πως να σταθώ όρθια απέναντι στο συναίσθημα που θα με κατακλύσει. Και αν σπάσω τόσο που δεν καταφέρω ξανά να γίνω ποτέ εγώ; Και αν καταφέρω να συνδέσω τα κομμάτια της ψυχής μου αλλά έχω γίνει άλλη; Και καλώς αν δε με αναγνωρίζω, αλλά αν με θυμάμαι αλλά δεν ξέρω πως να με φτάσω πια; 


Σπαταλώ εδώ και κάποια ώρα ενέργεια κάτι που δε συνηθίζω να κάνω σωματικά. Αυτό μου συμβαίνει κάθε μέρα όλη μέρα αλλά πνευματικά. Ανακοινώνω συχνά στον εαυτό μου και στους δικούς μου πως θα πάω για τρέξιμο. Το κάνω για να αφήσω μια φωνητική υπόσχεση στο σύμπαν και να νιώσω εκτεθειμένη στην περίπτωση που δεν κρατήσω το λόγο μου. Τρέχοντας παρατηρώ καλύτερα τα πράγματα αλλά συνήθως βαριέμαι, όχι να παρατηρώ αλλά να τρέχω. Κάποιες πάλι φορές τρέχω ατελείωτα και δε με σταματάει τίποτα και κανείς. Νιώθω πως πρέπει να ξεφύγω από την ασύδοτη περισυλλογή μου και ανάλυση. Είναι σα να εκτοξεύω το θυμό μου προς εμένα που δεν μπορώ να αφεθώ στη δική μου αλήθεια. Να αγαπώ χωρίς τέλος, να δείχνω την ψυχή μου χωρίς κανένα φόβο, να καταναλώνομαι συναισθηματικά μέχρι να τρομάξω τους πάντες γύρω μου και να σκεφτούν καλά για πιο λόγο είναι ο ένας για τον άλλο.


Εκεί έξω από τα σκαλιά του μετρό βαστάζω τα γόνατά μου και σκύβω κάτω, να καλύψω το πρόσωπό μου από τον παγωμένο αέρα, να ξεκουράσω τις πλάτες μου, να μαζέψω το στομάχι μου, να ελέγξω τις αναπνοές μου. Δάκρυα μαζεύονται στα μάτια και παραμένουν λίμνες μισοπαγωμένες χωρίς υπερχείλιση χωρίς βυθό που να μην κινδυνεύεις, αν υπήρχε, να χαθείς μέσα του μια για πάντα. Σηκώνομαι σιγά σιγά και ηρεμώ την αναπνοή μου. Βάζω στόχο το παγκάκι απέναντι. Ισιωνω το μπλε πουπουλένιο ανάγλυφο μεταξωτό μπουφάν μου με τον υπερμεγέθη όρθιο γιακά που καλύπτει όρθιος, το μισό μου πρόσωπο και τραβάω τα ρεβέρ του φαρδύ τζιν παντελονιού μου. Παρατηρώ περπατώντας αργά πως το γυμνό κομμάτι των ποδιών μου μεταξύ παντελονιού και των λευκών μου σνικερς έχει κοκκινίσει από το κρύο και την τριβή που προκάλεσε στο τρέξιμο το σκληρό ύφασμα. Καταλαβαίνω λοιπόν πόσο παραδομένη ήμουν σε αυτό το εγωκεντρικό κυνηγητό. Όσο αρχίζω να ηρεμώ παίρνει θερμοκρασία και το σώμα.


Μόλις καθίσω νιώθω πως αρχίζω να ζεσταίνομαι και ανεβάζω λίγο τα μανίκια πάνω από τους καρπούς, στηρίζω τους αγκώνες μου στα γόνατα και πλέκω τα δάχτυλά μου σαν σε προσευχή. Προσέυχομαι μερικές φορές. Όχι όσο παλιά. Νιώθω πως στα τόσα βάσανα του κόσμου, Κανείς δε θα ακούσει τις προσευχές μου. Όμως τώρα προσεύχομαι χωρίς να πρέπει να βρει προορισμό η προσευχή. Προσεύχομαι σα να έχω την τύχη μου στα δικά μου χέρια και περιμένω να ακούσω η ίδια τις προσευχές μου. Συνέρχομαι σαν καταλάβω πως έχω ακόμη χρόνο να ζητήσω από το μέσα μου να βγει μια βόλτα μεγάλη, να ανοίξει, να κάνει ότι χρειάζεται για να βρει όσο οξυγόνο πρέπει για να αναπνεύσει σε ρυθμό δικό μου. Προσεύχομαι να παρακάμψω εκείνους που νομίζουν άλλα από αυτά που εγώ νομίζω και με παρακάμπτουν συστηματικά χωρίς τη γνώμη μου, χωρίς να βλέπουν την ευαίσθητη ματιά μου. Μα πάνω από όλα χωρίς να εκτιμούν την δική τους ευαίσθητη ματιά.


WINTER 2021

Monday, December 6, 2021

Τα τρία κλειδιά: Αποχώρηση

 Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματομαγείας

Το τρένο σταματάει έξω από το σταθμό και μουδιασμένη φτάνω μέχρι την πόρτα. Έπειτα κοντοστέκομαι στο τελευταίο σκαλοπάτι και με ένα πλατύ βήμα προσγειώνομαι στην αποβάθρα. Χώνω τα χέρια βαθιά στις τσέπες και τα πιέζω κάτω σα να ψάχνω να βρω ένα τέρμα πιο βαθιά από αυτό που ήδη έχουν, σα να μην είναι αρκετή η τσέπη να ζεστάνει τα παγωμένα μου χέρια ή σα να ψάχνω ένα μυστικό καλά κρυμμένο σαν έκπληξη, σα νόμισμα χαμένο που χρόνια μετά τυχαία βρίσκεις στην τσέπη του παλτό σου. Νιώθω ένα χέρι να μ’ ακουμπάει και μου δίνει χειραψία. Δυσκολεύομαι να βγάλω τα χέρια από τις τσέπες και αφού με βαριά καρδιά το αποφασίζω να τα εκθέσω στην ψυχρή απογευματινή ανταποκρίνομαι με μια ζεστή αγκαλιά. Η κομψή συντάκτρια με τις μεγάλες παλάμες και τα μακριά δάχτυλα με πιάνει περνώντας τα δάχτυλά της γύρω από τα μπρατσά ψηλά , κοντά στου ώμους και νιώθω τα ακροδάχτυλα να ακουμπάν σχεδόν τις ωμοπλάτες. Το πιάσιμό της είναι δυνατό και ενθαρρυντικό. “Νιώθεις πως έχεις ήδη διανύσει αρκετό δρόμο, μα έχεις ακόμη να διανύσεις πολύ”, μου λέει και μου χαμογελά. 


Επιστρέφω, με τα πόδια, στο κρύο όπως φαντάζομαι δωμάτιο. Απουσιάζω από το πρωί και σίγουρα η φωτιά θα έχει σβήσει. Τα ξημέρωμα γυρνάω στην πατρίδα και δεν ξέρω αν αξίζει να ανάψω φωτιά, να παραμείνω στους τέσσερις τοίχους του θλιμμένου πια δωματίου, εκεί που θα αφήσω μόνο την ανάμνησή μου σε αποτύπωμα σκέψης και έκφρασης. Ίσως καλύτερα να μείνω ως αργά στο σαλόνι υποδοχής, να διαβάσω, να πιω ένα ζεστό τσάι, να επεξεργαστώ τα κείμενά μου, να έχω την παρέα των επισκεπτών. Η μοναξιά είναι πάντα μοναξιά αλλά πάντα λίγο πριν το τέλος παίρνει μια άλλη διάσταση, γίνεται πιο απειλητική. Για να γράψεις πρέπει να επιλέξεις να μείνεις μόνος, για να αλληλεπιδράσεις με τον δικό σου εσωτερικό κόσμο, τον μόνο που έχεις στη διάθεσή σου. Όμως τώρα δε θέλω άλλο να γράψω, ούτε να να ψάξω περισσότερο ακόμα μέχρι τον πάτο της ψυχής μου, να ανακαλύψω και να παραγνωριστώ με τα πιο υπόγεια μονοπάτια της.  Δεν τα κατάφερα καθόλου άσχημα τις μέρες μου εδώ πέρα. Μάλιστα τώρα που βαδίζω και το χιόνι κάθεται στα ρούχα μου διαπιστώνω πως ίσως κάποιος μου στέλνει για δώρα τη συντροφιά αυτής της λευκής πανδαισίας ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Το ευχαριστώ από τον κόσμο των υπέργειων οντοτήτων για τον κόπο μου να αναμετρηθώ με τον κόσμο τους και να φέρω μια ιδέα από εκείνον στο χαρτί και από εκεί στα μάτια των ανθρώπων.  


Μπαίνω στο μικρό πανδοχείο και υπάρχει κόσμος πολύς. Είναι λες και περιμένουν όλοι έμενα. Ή μήπως κάτι τέτοιο στ΄ αλήθεια συμβαίνει; Θα μου άρεσε μια τέτοια εκδοχή αλλά τη φοβάμαι συνάμα. Κάποτε μαζεύτηκαν πολλοί για να μου ανακοινώσουν με τρόπο κάτι δυσάρεστο. Μόνο τρόπο δεν τον έλεγες τούτο. Καλύτερα καμία ανακοίνωση με κανέναν τρόπο και αλλάζω γρήγορα γνώμη. Με πλησιάζει μια χαριτωμένη μικρή και μου λέει με ύφος επίσημο πως κάποιος με περιμένει. Μου ζητάει να την ακολουθήσω μέχρι το τραπέζι στη γωνιά πλάι στο παράθυρο. Αναγνωρίζω το γκρι κεφάλι και τις φαρδιές πλάτες. “Μέρες δεν πέρασες από το μαγαζί μου”, μου λέει, “δε σου αρέσουν μάλλον τα γλυκά μου” συνεχίζει και δε φαίνεται απογοητευμένος παρά μόνο ότι με περιπαίζει. Μιλήσαμε και είπαμε όσα προλαβαίνουν να πουν δυο φίλοι που συναντήθηκαν στη ζωή μόνο για λίγο. Έπειτα χαιρετηθήκαμε και υποσχεθήκαμε ό ένας στον άλλο θαυμασμό ο ένας για τον άλλο. 


Επιστρέφοντας στο δωμάτιο αργά για να μαζέψω και να φύγω. Λίγο πριν κατευθύνομαι προς την κουζίνα να χαιρετήσω τους δημιουργούς της υπέροχης ντοματόσουπας που κρατούσαν το στομάχι μου γεμάτο και την καρδιά μου ζεστή τα βράδια που ξημέρωνα πάνω από τα γράμματα και τα σημεία στίξης. Δε βρίσκω κανέναν και κόβω μια βόλτα ανάμεσα στους ντυμένους με ξύλο τοίχους, πάνω στις πέτρινες γκρι σκούρες πέτρες που καλύπτουν το πάτωμα, προσπαθώντας να οικειοποιηθώ τον χώρο, να προκαλέσω έναν μικρό θόρυβο, να γνωρίσω καλύτερα αυτό το μουσείο μαγειρικής δημιουργίας. Δεν εμφανίζεται κανείς και εγώ ξεκινώ να παίζω όπως τα μικρά παιδάκια που πονηρά προσπαθούν να πειράξουν τα ξένα πράγμα. Στα αριστερά μία θεόρατη ξύλινη ντουλάπα από το πάτο μέχρι το ταβάνι, φαρδιά, βαριά και με δεκάδες πορτάκια να αντιστοιχούν σε δεκάδες ντουλαπάκια με μια μικρή μπρούτζινη κλειδαρότρυπα. Όμως έξι εξ αυτών μόνο, έχουν πάνω τους από ένα νούμερο. Από το ένα έως το έξι , από πάνω προς τα κάτω τα ντουλάπια μοιάζουν να αντιστοιχούν σε κάτι. Βάζω τα χέρια στην τσέπη του παλτό μου και βγάζω τα κλειδιά. Δοκιμάζω σε κάθε μία κλειδαρότρυπα το τρίτο κλειδάκι, εκείνο του οποίου τη χρήση δε είχα μέχρι εκείνη την ώρα ακόμη γνωρίσει. Στον αριθμό πέντε, το κλειδί ταιριάζει και τα μάτια μου υγραίνονται από ενθουσιασμό. Ξεκλειδώνω και………….ένα βάζο με σκούρο μοβ περιεχόμενο και δαντελένιο κάλυμμα, ένα λευκό ορθογώνιο λεπτό πακετάκι δεμένο με μαύρη πικέ κορδέλα και ένα χαρτόνι σε ρολό. Μια μαρμελάδα βατόμουρο με το όνομα του πανδοχείου “Hamiltons’ Cottage”, ένα μεταξωτό μαντίλι σε μπλε, πορτοκαλί, κίτρινο και μπεζ χρώμα με τα αρχικά μου και σε μια γραμμή με καλλιγραφικό χαρακτήρα: “Good - bye for now”, your friend Oliver.



WINTER 2021

Friday, December 3, 2021

Τα τρία κλειδιά: Λίγο πριν

 Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματομαγείας

Η μικρή εκδρομή κράτησε περίπου μισή μέρα και μου κόστισε από τον συγγραφικό μου χρόνο όχι όμως από τη συγγραφική μου ποιότητα. Η συντροφιά δεν ήταν πλούσια σε αριθμό αλλά μοναδική. Η εικόνες που εναλλάσσονταν μπροστά στα μάτια μου, ήταν σπάνιου κάλους και αισθητικής παραδοξότητας. Και η αγορά; H αγορά που ονειρεύεται να περιπλανιέται για ώρες κάθε παραμυθοκόριτσο. Στο ίδιο τρένο βρέθηκα με μια πρώην συντάκτρια, μίας από τις διασημότερες και πιο αγαπημένες εφημερίδες της χώρας, για τουλάχιστον 3 δεκαετίες. Είχε κάνει έναν χαρτοφύλακα από μαλακό σχεδόν ξεχειλωμένο, μαύρο δέρμα, με σκληρά, χοντρά, στρογγυλά χερούλια από πλεγμένο καστόρι, καλάθι για αποξηραμένα φρούτα, φρέσκα πικάντικα τυριά και βάζα μαρμελάδας. Ήταν ότι ψώνισε από το παζάρι όπως συχνά κάνει, κάθε 2 μήνες περίπου. Με συμβούλεψε τι να ψωνίσω, όπως και ο μουσάτος pastry που έκανε εκείνο το πολύ κρύο βράδυ να μοιάζει ωραίο κρύο βράδυ.


Φυσικά και βρήκα στοιβαγμένα ξύλα έξω από την πόρτα μου εκείνο το ξημέρωμα όμως ήξερα πια και από που μπορούσα να προμηθευτώ όσα ήθελα, κάθε στιγμή. Το ένα από τα δύο μικρότερα κλειδιά ξεκλείδωνε την κοντή πόρτα κάτω από τη σκάλα που οδηγούσε στα πάνω δωμάτια, στα δεξιά της ρεσεψιόν. Το δικό μου δωμάτιο ήταν ακριβώς στην άλλη πλευρά αριστερά, στην αρχή του διαδρόμου που οδηγούσε στα μαγειρεία, στην αίθουσα που διατηρούνταν οι προμήθειες και που είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον όπως συνειδητοποίησα τις μέρες που ακολούθησαν. Σε αυτή την αίθουσα έβρισκε τη χρήση του το άλλο κλειδί. Εκείνο όμως της κοντής ξύλινης πορτούλας κάτω από η σκάλα μπορούσε να δώσει πρόσβαση στους επισκέπτες των οποίων το δωμάτιο είχε τζάκι, σόμπα ή κάτι τέτοιο, να μπορέσουν να προμηθευτούν ξύλα όποτε τους τελείωναν και να το ζεστάνουν. Γιατί κλειδί; Η πόρτα δε σφράγιζε με κάποιο τρόπο, όπως κάθε άλλη πόρτα. Η πρόσβαση σε αθώα ζωάκια και πονηρά παιδάκια που βλέπαν το μυστήριο αποθηκάκι σαν την τέλεια κρυψώνα, έπρεπε να αποτραπεί με κάποιο τρόπο. Μετά τις 8 το βραδύ ήταν συνήθως που πήγαινα σαν τον κλέφτη, προσπαθώντας να μοιάζω αόρατη στον φόβο μην ενοχλήσω κανένα και γέμιζα ένα τροχήλατο ξύλινο καροτσάκι με ξύλα. Έτσι απλή ήταν η ζωή μιας εβδομάδας στο μικρό πανδοχείο. 


Αυτές τις μέρες εδώ έγραψα πολύ, έφαγα αρκετά αλλά όχι με πρόγραμμα και περιπλανήθηκα χωρίς σκοπό αλλά με διάθεση αλήτικη. Δεν ήταν πάντα ξεκάθαρο ούτε που ήθελα να πάω ούτε καν πως θα έμοιαζε η επιστροφή. Μπορεί να ξεκίναγα για κάπου με ήλιο κι χωρίς ομπρέλα και να γύρναγα πίσω με βροχή και ηλιόλουστη διάθεση. Πάντα όμως περπάταγα με λίγη ή πολύ ομίχλη. Η θαμπάδα αυτή έριχνε φίλτρα που κούραζε τα μάτια μα ξεκούραζε την ψυχή. Ένιωθες μυστήρια όμορφα που δεν έβλεπες καθαρά τον κόσμο και μπορούσες να τον φαντάζεσαι μονάχα όπως σου ταίριαζε. Ένιωθες την ευλογία της στιγμής όπου όλα ομορφαίναν ξαφνικά την ώρα που η ατμόσφαιρα καθάριζε και εκείνη ακριβώς την ώρα ήταν που ο κόσμος δημιουργούσε μια πολύ ανθρώπινη συνθήκη. Πολλές ανάσες μαζί ζεσταίναν το κρύο περιβάλλον γύρω μας και εξάτμιζαν την ψυχρή υγρασία. Σαν αποτέλεσμα οι δρόμοι ήταν υγροί μα τα κορμιά μας θερμά, ζωηρά και τα αυθόρμητα από χαρά και ατελείωτο κέφι. Το ίδιο προκαλούσαν και τα πολλά φώτα από τα πολλά μαγαζάκια, με τους λαμπρούς, φιλόξενους, ατελείωτα ορεξάτους για κουβέντα και κεράσματα ανθρώπους.


Τέτοιους συνάντησα στην υπαίθρια αγορά που διάλεξα να γνωρίσω αυτό το τελευταίο πρωινό σε τούτο εδώ τον τόπο, που έλαμψα σαν άσημη συγγραφέας για όσους λίγους, τυχαίους ανθρώπους συνάντησα και έγιναν φίλοι μαζί μου και εγώ μαζί τους. Απλοί καθημερινοί διασκεδαστές που πωλούν την πρώτη ύλη της αυθεντικότητας που είναι η αγάπη για την ποιότητα. Γευστικότητα, ευωδία, μεταξένιες υφές και διαχρονικότητα στην αξία των προϊόντων τους. Αυτό το τελευταίο ήταν ο βασικός λόγος που οι επισκέπτες ήταν πιστοί καταναλωτές. Οι τέντες των πάγκων γεμάτες χρώματα, όπως και τα στρογγυλά φώτα, κόκκινες, πράσινες, κίτρινες, μπλε μπάλες σα φωτεινές πυγολαμπίδες, σα χρυσόσκονη μέσα στο μουντό σύννεφο που η μέρα κουβαλούσε εδώ από νωρίς το πρωί. Σε ρουφούσε η αποπλάνηση της φαντασιοπληξίας και δυσκολευόσουν να εξέλθεις από αυτήν και να εισέλθεις και πάλι στην απροκάλυπτη ορθολογικότητα του ρεαλισμού. Τώρα στο τρένο όμως μόνο το σώμα ταξιδεύει στον γήινο χωροχρόνο. Οι αισθήσεις μου ακόμη ακροβατούν μεταξύ ενός φανταστικού και ενός πραγματικού χρονικού και έτσι ασυνάρτητα μπαινοβγαίνω από μια ονειρική κατάσταση σε μια πλήρως αφυπνιστική και το ανάποδο.



WINTER 2021

Thursday, December 2, 2021

Τα τρία κλειδιά: Διαμονή

 Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματομαγείας

Πέρασαν δυο τρεις μέρες για να καταλάβω σε πια κλειδαρότρυπα μπαίνουν τα άλλα δύο μικρά κλειδάκια. Το απόγευμα τις πρώτης μέρας, και αφού το πρωί και το μεσημεράκι πέρασαν μεταξύ, κρεβατιού για σύντομους υπνάκους, γραφείου για γέμισμα σελίδων και μια δυο μικρές εξορμήσεις στην τραπεζαρία του πανδοχείου για λίγο ζεστό καφέ και μηλόπιτα, αποφάσισα να ντυθώ χοντρά και να ξεμυτίσω. Οι υπηρεσίες της διαμονής περιορίζονταν σε μικρά σνακ, σε καλό ύπνο, καθαριότητα ανά δυο ημέρες και ζεστή φιλοξενία, με ωραία καλημερίσματα, γλυκά καληνυχτίσματα, ζεστές χειραψίες και άμεσες απαντήσεις στις ερωτήσεις των επισκεπτών. Το μόνο που χρειάστηκε να ρωτήσω κατά την πρώτη κιόλας μέρα, ήταν αν υπήρχε κάποια αγορά κοντά ή έπρεπε να πάω κάπου πιο έξω. Και φυσικά δε ρώτησα που μπορούσαν να φανούν χρήσιμα τα άλλα δύο κλειδιά. Ένιωθα πως όφειλα να είμαι αρκετά έξυπνη να το ανακαλύψω μόνη μου.


Η μικρή κωμόπολη είχε δικό της σταθμό τρένου, βέβαια με πολύ περιορισμένα και σπάνια δρομολόγια, σε πολύ κοντινές αποστάσεις. Αυτό ήταν μια χρήσιμη πληροφορία για να μεταβώ στο παζάρι, 12 χιλιόμετρα μακριά από όπου βρισκόμουνα, σε έναν οικισμό με δέκα σπίτια ντόπιων τοπικών παραγωγών, που όπως με ενημέρωσαν, έμεναν εκεί και πωλούσαν διάφορα χρηστικά και μη πράγματα και τρόφιμα σε καλύτερες τιμές από ότι στην κεντρική αγορά της περιοχής που διέμενα. Εκεί ίσως πήγαινα προς το τέλος της παραμονής μου εδώ όταν πια είχα ανακαλύψει καλά ετούτω εδώ τον τόπο. Έως τότε αποφασίζω να πάρω τον δρόμο για την αγορά που όπως με ενημέρωσε η παχουλή, πρασινομάτα με φακίδες και πυρόξανθες μπούκλες υπάλληλος υποδοχής, βρίσκεται 800 μέτρα μακριά από το πανδοχείο. Αργά ή γρήγορα αυτή η βόλτα θα γινότανε. Ανυπομονούσα τόσο γι΄ αυτήν και είχα μια καλή αφορμή τώρα αν και το σκοτάδι έπεφτε σιγά σιγά και η διαδρομή αγρίευε όσο περνούσε η ώρα. Έπρεπε να ζεστάνω ο δωμάτιο που μόνο το τζάκι ζέσταινε και που άλλα ξυλά δε βρήκα μήτε στο τσουβαλάκι που ήταν γεμάτο χθες το βράδυ έξω από την πόρτα μου μήτε σε κάποια γωνιά στον κήπο του πανδοχείου. 


Η ώρα ήταν 6 το απόγευμα και τέτοια ώρα άλλαζε η βάρδια στην υποδοχή. Έτσι μόνο ένας σερβιτόρος, μια κυρία στην καθαριότητα και μάλλον κάποιος στην κουζίνα που δεν τον εγκατέλειπε ποτέ το μεράκι του για γευστικές σκανδαλιές δηλώναν την παρουσία τους στο χώρο εκείνη την ώρα. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο είχε πέσει στου 16 βαθμούς. Έπρεπε να το ζεστάνω καθώς τα εγκεφαλικά μου κύτταρα είχαν μπει στη συντήρηση, οι νευρώνες αρχίσαν να πιάνουν πάχνη και η έμπνευση ήθελε σύντομα απόψυξη. Φοράω το μάλλινο, ζακάρ, λαδί παλτό μου, τα γούνινα χρυσολαδί σνίκερς μου και τραβάω μπροστά στο πέτρινο δρομάκι, το μοναδικό που μοιάζει κάπου να οδηγεί. Οι λάμπες πανύψηλες, πολλά μέτρα πάνω από το κεφάλι μου, κάνουν τη σκιά μου να φαίνεται σαν όρθιο μακρύ φτερό πένας και τα βήματά μου σαν τη βουτηγμένη στο μελάνι μύτη του να γράφουν τα ίχνη τους για μια βέβαιη επιστροφή. Τα σπίτια δίνουν σημεία ζωής μόνο από τον καπνό που βγαίνει από τις καπνοδόχους, ανεβαίνει και ανεβαίνει μέχρι που συναντιέται σε ένα μεγάλο σύννεφο ένα με εκείνο της ομίχλης. Το μονοπάτι είναι υγρό, μεγάλο και δημιουργεί μονίμως τη σιγουριά πως σίγουρα οδηγεί σε έναν τόπο με υψηλές προσδοκίες. Σε μία στροφή του δρόμου διαβαίνω ένα πέτρινο γεφύρι με φουσκωμένο, ορμητικό νερό να περνάει από κάτω. Είχα ακούσει για το ποτάμι και φυσικά ακούω την ορμή του μέχρι το δωμάτιο. Κι όμως η στάθμη του είναι πολύ πιο κάτω από το ύψος του δρόμου και έτσι είναι μάλλον ο άγρυπνος φρουρός του χωριού παρά ο πεινασμένος γίγαντας από τον οποίο οι κάτοικοί του κινδυνεύουν συχνά να τους κατασπαράξει. Η ατμόσφαιρα είναι υγρή και τσουχτερή αλλά μόλις διακρίνω τα φώτα στο βάθος από τα μικρά μαγαζάκια που λαμποκοπούν σα χριστουγεννιάτικα στολίδια, η καρδιά μου ζεσταίνεται και το δέρμα μου ξανα-αναπνέει. 


Γρήγορα θα βρω ένα μαγαζάκι, μια στάση για ζεστό κρασί και μπίτερ πλάκα σοκολάτας με κομματάκια αποξηραμένου τζίντζερ. Πίνω, δαγκώνω, δαγκώνω, πίνω. Ρωτάω τον κύριο με τα γκρίζα καλοχτενισμένα, κοντοκουρεμένα μαλλιά και το απόλυτα περιποιημένο λευκό του μούσι, τα γαλάζια μάτια με τις πυκνές ξανθές βλεφαρίδες, το γεροδεμένο κορμί μέσα σε ένα πικέ ολόστενο μπλε σκούρο μπλέιζερ, στενό blue black jean και λευκή ποδιά, πιο λευκή ακόμη από τα κιλά άχνης ζάχαρης πάνω της, πως θα μπορούσα να βρω μερικά ξύλα για τις επόμενες μέρες αλλά προπάντων για απόψε τη νύχτα. Μπουκωμένη όπως είμαι σίγουρα δεν μπορώ να τον γοητεύσω και να τον κάνω να προσφερθεί κουβαλώντας μου λίγα από αυτά που έχει στοιβαγμένα στην είσοδο της υπαίθριας πατισερί του, πάνω στο καρότσι που λειτουργεί μάλλον ως τροχήλατο παγωτατζίδικο τα καλοκαίρια. Όμως προσφέρεται να με βγάλει από τη χαζομάρα μου. Αφού πρώτα δε δυσκολεύεται καθόλου να μαντέψει που μένω, έπειτα συνεννοείται στο τηλέφωνο με κάποιον από το πανδοχείο για ένα καλάθι ξύλα, τέλος με ρωτάει με έναν γεμάτο υπονοούμενα πειραχτικό ύφος: “ Φαντάζομαι πως δε σας έδωσαν μονάχα ένα κλειδί για το δωμάτιο, σωστά;” και η κουβέντα κρατάει το ενδιαφέρον μου μέχρι αργά.


WINTER 2021

Wednesday, December 1, 2021

Τα τρία κλειδιά: Άφιξη

 Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου , έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας φωτορυθμικότητας και χρωματομαγείας

Στη φλόγα μία σπίθα ξεπηδάει και δημιουργεί μια μικρή φλόγα έξω από την μήτρα της. Είναι μικροσκοπική αλλά φαίνεται τολμηρή και αποφασιστική να ζήσει. Της δίνω ζωή απ΄ την πνοή μου, καθώς όσο τη φυσάω εκείνη ζωηρεύει. Ζωηρεύοντας, δίνει οξυγόνο στον εαυτό της και όλο και μεγαλώνει, γίνεται ανεξάρτητη και τρώει μόνη της πια το χοντρό ασχημάτιστο ξύλο που έχωσα από νωρίς το πρωί στο τζάκι. Γύρω στις 06:30 το κρύο δωμάτιο, με τις καρό κουρτίνες και τα ξύλινα παράθυρα που σφραγίζαν όσο τα χρόνια τους επέτρεπαν, δεν ευνοούσε τη κατάσταση ύπνου στην οποία βρισκόμουν μόλις πέντε ώρες. Η άφιξη στο δωμάτιο έγινε αργά τα μεσάνυχτα και δεν σπατάλησα καθόλου χρόνο για χαζολόγημα αν και υπήρχαν πολλοί καλοί λόγοι για κάτι τέτοιο.


Το ταξίδι κράτησε περισσότερο από ότι είχα υπολογίσει , παρότι πήρα μεσημεράκι την πτήση μου. Δεν ήταν όμως μόνο ο χρόνος μέσα στο αεροπλάνο. Άλλες δυόμισι ώρες από το αεροδρόμιο ήταν η διάρκεια της διαδρομής μέχρι την μικρή επαρχία πίσω από τον λόφο. Το μαύρο ταξί με τα εκρού δερμάτινα καθίσματα και τα φιμέ τζάμια ήταν ζεστό και μύριζε δέρμα, κέδρο και γλυκό κονιάκ. Αριστερά στο κάθισμα του συνοδηγού υπήρχε ένα μεγάλο πράσινο καλάθι με μερικά μπουκάλια, όλα μαζί σε συσκευασία δώρου. Το καλάθι διακοσμούσε ένα μεγάλος τσόχινος φιόγκος, σε μαύρο χρώμα όπως και το χρώμα από τις ετικέτες με τα καλλιγραφικά γράμματα έξω από το καλάθι. Το χρώμα των ποτών, με μικρές παραλλαγές, έμοιαζε με εκείνο της αραιωμένης με νερό σκουριάς, διάφανο, κεχριμπαρένιο, καθαρό. “Εκεί που πάτε προορίζεται να παραδοθεί κι αυτό”, μου λέει ο οδηγός, που παρακολουθεί από τον καθρέφτη εμένα να έχω υπνωτισμένα καρφώσει το βλέμμα μου πάνω στο καλάθι. Από αυτό διαχέονταν η γλυκιά αλκοολούχα ευωδία. Από το ελαφρώς, όσο μια σχισμή, ανοιχτό παράθυρο  περνούσε μέσα η μυρωδιά του παγωμένου και υγρού οξυγόνου που ανέδυαν τα πυκνά δάση της περιοχής και από τα ζεστά καθίσματα μοσχοβολούσε ένα πυκνό άρωμα φρέσκου δέρματος. Μέσα στο ζεστό αμάξι και το άγριο τοπίο με βρίσκει η αλλαγή της μέρας έξω από το πανδοχείο. 


Σε αυτό το παλιό, μικροσκοπικό πανδοχείο με τα πέντε δωμάτια και την απότομη ξύλινη σκάλα, φτάνω νυσταγμένη και αποκαμωμένη από μια μέρα που μου φάνηκε σαν δύο. Είναι όλο ξύλινο, με πατώματα που τρίζουν και μυρίζει ντοματόσουπα και κανέλα. Μου το συνέστησαν για τα νόστιμα ζεστά του, την καλόγουστη τοπική διακόσμησή του και τη μόνιμα ατμοσφαιρική του διάθεση. Μου δίνουν τα κλειδιά με μια μπορντό βελούδινη κολοκύθα να κρέμεται και ένα μπρούτζινο μεγάλο δαντελωτό κλειδί, παρέα με άλλα δύο μικρά που δεν ξέρω τι μπορεί να ξεκλειδώνουν Με το μεγάλο, πέντε λεπτά μετά ξεκλειδώνω μια κόκκινη πόρτα, με κόκκινο στρογγυλό πόμολο που πρέπει να γυρίσεις δεξιά για να μπεις. Είναι το δωμάτιο του ισογείου. Ανοίγοντας, στα αριστερά μου ένα ημίδιπλο σιδερένιο κρεβάτι, δεξιά ένα τζάκι αναμμένο με μια τρεμάμενη φώτισα να ψιθυρίζει κάτι στο σκοτάδι και ευθεία μπροστά, ένα μεγάλο παράθυρο με δεκάδες τζαμένια τετραγωνάκια που σχηματίζονται από κόκκινους ξύλινους σταυρούς, μισοκρυμμένο πίσω από δύο κομμάτια βαριά κουρτίνα από καρό ύφασμα “καμπαρντίνα”  να υπερισχύει το κόκκινο και στολίζεται από ζωηρό πράσινο. Αυτά μόνο πρόσεξα μπαίνοντας στο δωμάτιο, παρέα με μία μικρή βαλίτσα και ένα ζευγάρι κουρασμένα πόδια. Γρήγορα πέταξα τα ρούχα μου κάπου και φόρεσα την ολόσωμη μπλε σατέν πιτζάμα μου με την πουά άσπρη μπλε γούνινη επένδυση. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι τη φωτιά στο τζάκι να αργοσβήνει όπως ακριβώς κι εμένα, βυθισμένη στα λευκά παπλώματα και ασάλευτη.


Τα σκεπάσματα στη θέση τους, με τρόπο που υποδηλώνει πως η προοπτική ύπνου παραμένει ακόμη ανοιχτή και εγώ τολμώ να πω πως τα έχω καταφέρει υπέροχα με τη φωτιά. Η δύναμη της έχει καταφέρει να φέρει όση ζέστη έλειπε από τον χώρο και εμένα να ξεδιπλώνω το κορμί μου και να ανακτώ τη δύναμη τη μυαλού μου. Η αλήθεια είναι πως 08:00 η ώρα δεν είναι αργά για έναν υπνάκο ακόμη αλλά η βροχή στα τζάμια, ο καπνός από το τζάκι μπροστά από τα γιγάντια δέντρα, η μυρωδιά της πρωινής ντοματόσουπας που περνάει κάτω από τη φυρά της πόρτας και η βροντερή ησυχία προκαλούν μαγικά τις αισθήσεις μου για γράψιμο και ο υπνάκος μπορεί να περιμένει λιγάκι. Αυτό που δε σας είπα είναι πως το βράδυ που έφτασα δεν παρατήρησα πως μπροστά από το παράθυρο υπήρχε ένα μικροσκοπικό σεκρετέρ με μία λάμπα μια σταλιά, με κορδονάκι από γυαλιστερή στριφτή κλωστή και μια ξύλινη καρεκλίτσα με ένα στρογγυλό μελιτζανί βελούδινο μαξιλαράκι. Στο φως της μέρας, το έπιπλο άστραψε στα μάτια μου και μου θύμισε το σκοπό του ταξιδιού. Η έμπνευση με περίμενε μπροστά από ένα σετ γραφείου και μια θέα φανταστική.



WINTER 2021