Tuesday, October 19, 2021

Ένα γράμμα βαθιά στην “vintage τσέπη” μιας άγραφης ιστορίας

Τρίτη 19 Οκτωβρίου, έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας πορτοκαλοκολοκύθας και φυλλόπτωσης 

Στην κεντρική λεωφόρο μεταξύ του μικρού ολοκαίνουριου ντελικατέσεν με την ριγέ “πράσινο-άσπρο” τέντα και του γωνιακού υπερμεγέθους μπεργκεράδικου με τα ανθρακί ματ μεταλλικά τραπεζοκαθίσματα, βρίσκεται ένας vintage παράδεισος. Ρούχα, παπούτσια, τσάντες, γάντια, αναπτήρες, μεταξωτά μαντίλια από κάθε εποχή, επηρεασμένα από τάσεις του μακρινού ή του κοντινού παρελθόντος, καθορισμένα από ιστορικές στιγμές ή χαρακτηρισμένα από μοναδικές προσωπικότητες που τους έδωσαν τη μνήμη που τους αξίζει, μοιάζουν να είναι σε σχέση μεταξύ τους. Πιστά παραδομένα στον δικό τους κόσμο δεν παραδίδονται εύκολα στο σήμερα. Πολύ βελούδο, δέρμα, μετάξι αλλά και μια χρωματική βεντάλια από σπάνιες αποχρώσεις λες και εκείνες πρωτοεμφανίστηκαν και αποσύρθηκαν από καιρό, πλημμυρίζουν εικόνες το μυαλό και ταξιδεύουν τις αισθήσεις. Νιώθω πως είμαι εξερευνητής της ιστορίας της μόδας και κάπου εκεί ανάμεσα στου θησαυρούς της θα ανακαλύψω κάποιο μυστικό που θα δώσει διάρκεια και συνέχεια στα πράγματα.


Αυτή η Τρίτη με βρίσκει πίσω από τις κρεμάστρες πλάι σε μία βιτρίνα με σουέτ χρυσές κουρτίνες απ’ όπου ο ήλιος διασπείρει το φως του σε όλο εύρος του ισόγειου καταστήματος. Η μέρα που με περιμένει, είναι ατελείωτη σε δουλειά και υποχρεώσεις και ξεκλέβω μία ώρα απόλαυσης δοκιμάζοντας τα όρια του στιλ μου. Σε ένα σταντ με μαντό από κασμιρένια, βελούδινα, σαντούκ υφάσματα, ξεχωρίζω ένα κάμηλο μάλλινο παλτό με λεπτομέρειες από βελούδο σε τσέπες, μανσέτες και γιακά. Το ξεκρεμάω, το φοράω και κουμπώνω τις εσωτερικές σούστες που απ’ έξω είναι στολισμένες με ψεύτικα κεντημένα κρύσταλλα σε χρώμα κεχριμπαριού. Βάζοντας τα χέρια στη τσέπες με τον αντίχειρα να στηρίζει τις παλάμες τόσο που να μη χάνεται η γραμμή του παλτό, βλέπω στον ολόσωμο καθρέφτη το είδωλό μου που έχει χρώμα, γραμμή και ύφος 50s’ σε σέπια. Έπειτα βάζω τα χέρια πιο βαθιά και τραβώντας τα στο πλάι το ρούχο ξεκουμπώνεται και το σώμα παίρνει αέρα σαν πάνω σε κατάστρωμα πλοίου, την ώρα που γυρνάω να αποχαιρετίσω τους δικούς μου φεύγοντας για το μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι ακολουθώντας το μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής. Λίγο πιο βαθιά, στη δέξια τσέπη θαρρώ πως σε κάποιο καρτελάκι που αγγίζω με τα ακροδάχτυλα μου θα αναγράφεται η τιμή ή μια εγγύηση γνησιότητας. Όμως να το μυστικό που το ένστικτο μου με οδήγησε τόσο κοντά του.


Το τραβάω αργά και με μια παιδικότητα στον τρόπο μου, το ξεδιπλώνω κοντά στο στήθος. Τα καρτελάκια προφανώς δεν ξεδιπλώνονται, ούτε είναι φτιαγμένα από χαρτί τετραδίου. Μα ούτε και εύκολα τσαλακώνονται, φθείρονται, έχουν πάνω τους το χρόνο σε βαθμό που πήραν τη μυρωδιά και το χρώμα της διαδρομής που η ζωή διανύει. Είναι λοιπόν ένα γράμμα. Ένα γράμμα με μολύβι, σε ζωηρά, πυκνογραμμένα αγγλικά, πολλά σβησμένα, αχνά και θολά, αλλά και με λέξεις γεμάτες έρωτα και εφηβικό πάθος. Ωστόσο ο πόθος είναι το συστατικό σ’ αυτό το γράμμα. Κάποιο κορίτσι εξομολογείται όχι τον έρωτά της μόνο αλλά τη λαχτάρα και την προσμονή να συναντήσει εκείνον για τον οποίον με τόση νοσταλγία γράφει. Αντιλαμβάνομαι πως το γράμμα αυτό για κάποιον λόγο δε βρήκε ποτέ τον παραλήπτη του, δεν έφτασε ποτέ στα χέρια που προορισμό είχε , δεν κατάφερε να συγκινήσει κάποιον άλλον ίσως πριν από εμένα. Κάποια ίσως δεν πρόφτασε ή δίστασε να εκπληρώσει μια υπόσχεση που έδωσε στην ψυχή της. Την κατέθεσε απλά σε μερικές γραμμές, μα για κάποιο λόγο δεν βρήκαν ποτέ αναγνώστη μέχρι λίγο πριν. Όλα τα πράγματα, σκέφτομαι, βρίσκουν κάποια στιγμή την τύχη τους αν και όχι τότε μάλλον που η τύχη μπορεί να μετουσιωθεί σε σκοπό και ο σκοπός παίρνει το μερίδιό που του αναλογεί στην ιστορία που η ζωή γράφει. Το συναίσθημά μου χρωματίζεται με εικόνες από πρόσωπα, δωρικά φιλιά, και μεγαλοπρεπείς αγκαλιές που θα με συνοδεύουν για μέρες. Μια διεύθυνση και ένα όνομα κάτω με κάνουν να αναρωτιέμαι: “Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω;”


AUTUMN 2021

Sunday, October 17, 2021

Στην ξεθωριασμένη ημικύκλια πολυκατοικία

 Δευτέρα 18 Οκτωβρίου, έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας πορτοκαλοκολοκύθας και φυλλόπτωσης

Στην ξεθωριασμένη καφεκίτρινη σαν τσακισμένο φθινοπωρινό πλατανόφυλλο, ημικύκλια πολυκατοικία, στην στοά που δημιουργεί η αρχιτεκτονική της, στέκομαι εδώ και δέκα λεπτά απορημένη κοιτώντας ψηλά και εξερευνώντας περιμετρικά κάθε ξεφλουδισμένο κομμάτι τοίχου, κάθε σκουριασμένο εκτεθειμένο σίδερο, κάθε ιδέα τέχνης που ξεγελά τις ατέλειες του χρόνου. Ποιος σκέφτηκε και βρήκε αυτόν που εμπνεύστηκε και έφτιαξε κάτι κάπου για κάποιους; Σίγουρα ο εμπνευστής είναι άγνωστου καλλιτεχνικής μητρός καθώς η ορφάνια του φαίνεται από τη λησμονιά του έργου του. Ευτυχώς το κοινό είναι εκεί και νιώθει να το απολαμβάνει. Στο καφέ που δεν έχει ανοίξει ακόμη, ανυπομονώ για έναν ζεστό καφέ αυτό το υγρό Δευτεριάτικο πρωινό, όπως και μερικοί άλλοι, όχι λίγοι.


Το καφέ ανοίγει μάλλον αργάμιση και εγώ θα πρέπει σε μισή ώρα να έχω τα έγγραφα στα χέρια μου. Ο μεσίτης συστήνοντας μου τη συμβολαιογράφο που θα αναλάμβανε την νομική κατοχύρωση της αγοραπωλησίας, του υπέροχου στούντιο που σύντομα θα μεταμόρφωνα σε μυστηριακό χώρο έκφρασης, με συμβούλεψε να μη χτυπήσω την πόρτα της πριν τις 9.  Λογικό να δώσω τον απαραίτητο χρόνο στη γυναίκα που ετοίμασε αθόρυβα και αβίαστα όλα τα απαραίτητα έγγραφα για να μου τα παραδώσει στον προσωπικό της χώρο και όχι το γραφείο της, την ημέρα που επιλέγει το ρεπό της. Φρόντισα για ασφάλεια να φτάσω έξω από το διαμέρισμά της πέντε λεπτά μετά την ώρα που έπρεπε. Ο χρόνος πέρασε αργά στο κλειστοφοβικό ασανσέρ με την πυκνή σήτα στα δεξιά, που σου επέτρεπε να διακρίνεις τους ορόφους, που λουζόντουσαν από το φως του ήλιου που έμπαινε ατελείωτο μέσα από την τζαμένια οροφή σε σχήμα τόξου που δημιουργούσε η καμπυλότητα των τοίχων αλλά που ήταν τόσο στενό και περιορισμένο κινητικά που σχεδόν εισέπνεες την εκπνοή σου. Διάδρομοι δεν υπήρχαν, μόνο πόρτες ολόγυρα χωρίς κουδούνια. Απλώς χτύπησα μιάμιση φορά.


Την πόρτα ανοίγει ένας υπέροχος, οριακά ενήλικος γοητευτικός ξανθός. Ανοίγει, γυρίζει όπισθεν σε στροφή 180 μοιρών ενώ ταυτόχρονα μαζεύει από τον αριστερό του ώμο το ξεκούμπωτο χαβανέζικο πουκάμισό του και στηρίζει με τα μακριά ηλιοκαμένα του δάχτυλά, πίσω τις αφέλειες του. Κάτι ψιθυρίζει και νομίζω πως λέει το όνομα Γαβριέλα. Μια γυναικεία φωνή στο βάθος μου λέει να κάτσω όπου βρω και να την περιμένω. Μερικά λεπτά μετά μια μελαχρινή, πληθωρική με μαύρο αγορέ μαλλί, ξυπόλυτη με μαύρα βαμμένα νύχια, λευκό αμάνικο τοπ, τζιν ως τη γάμπα πένσιλ φούστα και χορευτική διάθεση εμφανίζεται και έπειτα  από λίγο και το ξανθό αγόρι μαζί της. Εκείνος περνάει την παλάμη του πίσω στο λαιμό της και φέρνοντάς την προς το μέρος του της δίνει ένα χορταστικό φιλί στο στόμα. Αμέσως μετά μαζεύει το skateboard του, ακουμπισμένο δίπλα στην πόρτα εισόδου και φεύγει. Εκείνη γοητευμένη, με ένα μόνιμο χαμόγελο γεμίζει δύο κούπες ζεστό καφέ φίλτρου, κάθεται σε ένα χαμηλό καναπέ με τα πόδια απλωμένα μπροστά και με κοιτάζει. προσφέροντάς μου την μία κούπα. Μου λέει, “Λοιπόν…..”, ανοίξει ένα κόκκινο ντοσιέ και βγάζει από εκεί ένα συμπαθητικό σε πάχος πακέτο από χαρτιά. “ Δεν είναι κούκλος;”, μου λέει ενώ εκτείνοντας το χέρι της μου παραδίδει τα έγγραφα. “Ναι…” της λέω μουδιασμένα ενώ ακόμη συνέρχομαι από το γεγονός της συνειδητοποίησης πως ο νεαρός δεν είναι ο ανιψιός σέρφερ από Καλιφόρνια που τον φιλοξενεί αλλά ο εραστής της. “Γνωριστήκαμε εδώ”, μου λέει, “είμαστε τα μοναδικά δύο διαμερίσματα που κατοικούνται εδώ” και εννοεί το κτίριο που βρισκόμαστε.


“Τι περίπτωση!”, σκέφτομαι, χαζεύοντας από το απέναντι διαμέρισμα για μια ακόμη φορά, το φθαρμένο ερωτικό καταφύγιο των ατρόμητων οπαδών της εγκαταλελειμμένης αρχιτεκτονικής αμετροέπειας και πιστών εραστών της ατέλειας και της διαφορετικότητας, Ένας ολόκληρος απαξιωμένος κόσμος απαξιώνει το προφανές για εμάς. Μαζεύω το κλος λαδί ντενιμ φορεματένιο πανωφόρι μου και μπαίνω στο πρώτο ελεύθερο ταξί. Ξεσφίγγω τα δαντελένια μαύρα peep toe μποτάκια μου και όσο είμαι σκυμμένη διακρίνω στην πλάτη του καθίσματος του οδηγού ένα τουριστικό οδηγό της πόλης μου. Μια γνώριμη στοά διαφημίζει την αστική ρετρό διάθεση της πόλης σαν αξιοθέατο ενός σπάνιου έρωτα που ο δημοσιογράφος αναλύει μέσω μιας συνέντευξης των πρωταγωνιστών ενώ εγώ πριν λίγα λεπτά έγινα μάρτυρας της. Τελικά το κτίριο δεν έχει φροντίδα αλλά έχει ζωή, που δεν φαίνεται αλλά υπάρχει. Ο καλλιτέχνης αρχιτέκτονας δεν ήταν αγνώστου πατρός. Το κτίριό του έχει ρίζες και παρουσία.


AUTUMN 2021



Friday, October 15, 2021

Στη Βoutique Nina

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου, έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας πορτοκαλοκολοκύθας και φυλλόπτωσης

Στη Βoutique Nina, η υψηλή ραπτική είναι συνώνυμο της απρόσιτης πολυτέλειας και μοντέρνας εκδοχής της αριστοκρατικής κομψότητας. Ένας άντρας για πωλητής και επτά κορίτσια με ανάστημα και παρουσιαστικό μοντέλου κινούνται σε ντέμο πασαρέλας. Η boutique έχει πέντε δωμάτια και ξεχωριστά τα ρούχα της τρέχουσας σεζόν από εκείνα που προηγούνταν αυτής. Αντίστοιχη η λογική διαχωρισμού με βάση την περίοδο και για τα αξεσουάρ και φυσικά μία αίθουσα αποκλειστικά με έργα υψηλής ραπτικής για ειδικές περιστάσεις. Βέβαια όσοι δεν έχουν να εμφανιστούν σε ειδικές περιστάσεις προκειμένου να κάνουν επίδειξη γούστου, πρωτοτυπίας και μοναδικότητας και εφόσον τους το επιτρέπει το πορτοφόλι τους και τα πιστωτικά όρια των καρτών τους, αναρωτιέμαι τι στ’ αλήθεια θα τους εμπόδιζε να φορέσουν κάτι από τις σπάνιες δημιουργίες μόνο και μόνο για μία βόλτα στο κέντρο της πόλης τους. Εγώ τους κατανοώ και άνετα θα το επιχειρούσα. Κατά κάποιο τρόπο έχω την εμπειρία μιας τέτοιας για πολλούς άλλους παράταιρης ως προς τον χρόνο και τον χρόνο θα έλεγα,  εμφάνισης, στο παρελθόν. Εδω λοιπόν, στην Βoutique Nina, υπερισχύει παντού το ροζ της γρανίτας φράουλα.


Ροζ είναι οι ταπετσαρίες του δωματίου υψηλής ραπτικής με κόκκινες βελούδινες κουρτίνες και κόκκινη παχιά μοκέτα. Σουλατσάρω κατά μήκος των δωματίων και η αλήθεια είναι πως ακόμη διστάζω να πλησιάσω τις κρεμάστρες. Δεν είμαι σίγουρη αν πιο εύθραυστα είναι τα ρούχα από πολυτελή, τόσο εκλεπτυσμένα, λεπτεπίλεπτα υφάσματα ή τα χέρια μου και τα μάτια μου. Αγγίζωντάς τα πιστεύω πως θα θέλω να φτάσω μαζί τους μέχρι το ταμείο, ενώ χαζεύοντάς τους πιστεύω θα δημιουργήσω προσδοκίες για μία γκαρνταρόμπα που δύσκολα αν και όχι ακατόρθωτα θα αποκτήσω ποτέ. Στο μυαλό μου αρχίζει και δουλεύει το κομπιουτεράκι και διαπιστώνω πως έχω τα χρήματα για ένα καλοκαιρινό, μπεζ, σαντούκ με μετάξι και ¾ μανίκι, πολύ μεσάτο, με ουρά φράγκου και όρθιο μάο γιακά, πανωφόρι ή για μία πένσιλ υποκίτρινη ως τη μέση της γάμπας, ψηλόμεση με δεκάδες διακοσμητικά υφασμάτινα κουμπάκια πίσω, κρεπ-σατέν φούστα. Επιστρέφοντας στο δωμάτιο των αξεσουάρ όπου έχω αφήσει τον άντρα μου στον ροζ βελούδινο καναπέ να συνομιλεί στο κινητό με κάποιο συνάδελφο, ελπίζοντας ότι θα αποσπάσω τις στιλιστικές του συμβουλές, πέφτουν τα μάτια μου σε ένα ζευγάρι υφασμάτινες, φούξια, σατέν, με σχήμα καρδιάς από τα δάχτυλα μπροστά προς τη μύτη του, γόβες. Το τακούνι διάφανο υπορόζ plexiglass και στο κέντρο του μία ανάποδη χρυσή βίδα αφήνει μια υπόνοια ροκ εκδοχής στο επιβεβλημένο ύφος υπεροχής του οίκου.


Σε εκείνο το σημείο ο καλά διαβασμένος πωλητής μέσα στο ροζ κοστούμι του με το μαύρο μεταξωτό πουκάμισο και τα βελούδινα μαύρα μοκασίνια του με πλησιάζει κρατώντας τη γόβα με δέος σα να ετοιμάζεται να μου προσφέρει μονόπετρο. “Ένα τελευταίο 38” μου λέει και εντυπωσιάζομαι για το ταλέντο που τον διακρίνει να διαβάζει τα νούμερα των γυναικών χωρίς να χρειαστεί να τους απευθύνει τη σχετική ερώτηση. Την ίδια στιγμή δύο λυγερόκορμες με σινιόν κότσο, πέρλες στα αυτιά και μαύρο ντεπιές από μαύρα, κρεπ φούστα και πουκάμισο, με φούξια σατέν κορδελάκι γύρω και κάτω από τον κουμπωμένο έως πάνω γιακά σκύβουν στα πόδια μου και προτίθενται να μου φορέσουν τις γόβες. Κάθομαι στο ροζ σύννεφο όπως το βελούδινο ταμπουρέ φαντάζει στα μάτια μου εκείνη τη στιγμή και ένα σετ κοσμημάτων ντύνει με μεγαλοπρέπεια τα πέλματά μου. Βαδίζω προς τον καθρέφτη και το απλό, βαμβακερό, μαύρο, μίντι φόρεμά μου φωτίζετε και μοιάζει πανάκριβο παρέα τώρα με τις πιο υπέροχες γόβες του κόσμου. Η τιμή τους τσουχτερή και με ύφος σκεπτόμενο υποκρίνομαι πως δεν είμαι σίγουρη ίσως για το πιο φανταστικό χρώμα του σύμπαντος. Κατευθύνομαι προς το αγόρι μου για να μοιραστώ μαζί του ως κλασική μεσοαστή τον προβληματισμό μου σχετικά με το γνωστό όπως πάντα σε εκείνον πανάκριβο γούστο μου το οποίο και προφανώς έχει χωνέψει, σε κάθε άλλη περίπτωση εξάλλου δε θα έμπαινε στον κόπο να βαρεθεί ξοδεύοντας το ελάχιστο πολύτιμο χρόνο του σε αυτό το υπέρλαμπρο γυναικείο παράδεισο. Άρχιζω σε απολογητικό ύφος, να του εξηγώ πως ξαναερωτεύθηκα, πως τα μάτια μου πόνεσαν από το κάλλος και την μαγεία της κομψότητας του υποδήματος, συνώνυμο που χρησιμοποίησα για να πείσω το εαυτό μου θαρρώ, και πως να αντισταθώ σε αυτό το όνειρο του να προσθέσω ένα ακόμη στα 250 ζευγάρια παπούτσια μου. Ο ίδιος με παροτρύνει αλλά γία κάποιο λόγο το παίζω δύσκολη. Την ίδια στιγμή διαπιστώνω μέσα από τον καθρέφτη , δεξιά μου, πως μία petite παρουσία δοκιμάζει τα παπούτσια μου. 


Αν και petite, φοράει το νούμερό μου, το ένα και μοναδικό 38 ενώ το άλλο μισό του ζευγαριού συνεχίζει να κρατάει στα χέρια του ο κορδωμένος πωλητής. Η κοπέλα είναι αδύνατη με μια  τζίντζερ αλογοουρά που φτάνει κάτω από τους γλουτού της, μέσα σε μία oversized ταλαιπωρημένη μπεζ πλέκτη ζακέτα φορεμένη ως φόρεμα. Τα δάχτυλα της θαρρείς πως θα σπάσουν και το κατάλευκο δέρμα της πως θα πλημμυρίσει με περλέ ακτίνες όλο το μαγαζί. Τα ποδαράκια της μέσα στις φούξια γόβες φαίνονται νεραϊδίσια και τα χείλια της όπως σκύβει από πάνω να δει, φωτίζονται πιο ροζ καθώς το αίμα συγκεντρώνεται εκεί. Ο πωλητής της λέι πως τη θυμάται να στέκεται συχνά έξω από τη βιτρίνα, βράδυ κοντά στο κλείσιμο  και να ταξιδεύει με τις ώρες χαζεύοντας τις γόβες που φωτίζονταν στο βάθος, καμαρωτές πάνω στο ράφι. Για λίγο γίνεται ποιητής. Εκείνη τον έχει πείσει πως τις γόβες δεν τι θέλει απλώς. Τις έχει στ’ αλήθεια λατρέψει, τις βλέπει πολύ πιθανόν στον ύπνο της τα βράδια, έχει στερηθεί το σουπερ μάρκετ του μήνα της για να μπορέσει να τις αγοράσει. Εγώ θαυμάζω την παράσταση που δίνεται μπροστά μου και ιδιαίτερα τον καλλιτέχνη που διεκδικεί όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου. Η μικρή παίζει εξαιρετικά τον ρόλο της ως ταπεινόφρον, ονειροπαρμένη και συνάμα άμεμπτη νεαρή βιοπαλαίστρια και εγώ σκέφτομαι πώς ηλικιακά έχει το θάρρος και τη σύνεση να επισκεφτεί ένα απαγορευτικό για τα βαλάντια της μέρος, με την τσέπη φορτωμένη όπως φάνηκε. Όσο εξυπηρετείται από το προσωπικό βγάζει, μετράει και ξαναμετράει ένα καλό μάτσο λεφτά. Ούτε πιστωτικές ούτε καν πορτοφόλι. Ακριβώς μόνο τα μετρητά που είναι απαραίτητα σήμερα, μέχρι και το τελευταίο σεντ. Σφιχτά στο χέρι τα κρατάει μέχρι που τα ακουμπάει στον κρυστάλλινο πάγκο πλάι στην ταμειακή μηχανή και αργά ξεδιπλώνονται και ανοίγουν σε χαρτονομίσματα και κέρματα. Ο πωλητής που παρακολουθεί την εξέλιξη της αγορά με κοιτάει και χαμογελάει. Το ίδιο κάνω κι εγώ, τον πλησιάζω και του λέω ψιθυριστά: “Η μικρή τα κατάφερε πολύ κάλα!”. “Πράγματι….”, μου λέει εκείνος, ενώ στ’ αλήθεια νιώθω πως θέλει να πει, “καλύτερα από εσάς”.


AUTUMN 2021

Thursday, October 14, 2021

Στον κοινόχρηστο χώρο ανάμεσα στα 3 κτίρια θαρρώ πως βρέχει με ήλιο

 Πέμπτη 14 Οκτωβρίου, έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας πορτοκαλοκολοκύθας και φυλλόπτωσης

Στον κοινόχρηστο χώρο ανάμεσα στα 3 πολυώροφα, άχαρα αλλά με ανεκτίμητης αξίας ρετρό διάθεση κτίρια έχει συγκεντρωθεί αρκετός κόσμος και μία μονοκόμματη βουή υπερτονίζει τον πονοκέφαλό μου. Στο 2ήμερο αυτό event ερασιτεχνικής αρθρογραφίας συμμετέχω αυτοπροσκαλούμενη. Είμαι νέα στο χώρο αλλά καλοντυμένη κατά πολύ περισσότερο από τον μέσο όρο και αυτό βοηθάει αρκετά την επαγγελματική μου εικόνα. Έτσι με λίγο ευγένεια παραπάνω, στιγμές έξυπνου και γρήγορου χιούμορ αλλά και το θράσος μιας αδικαιολόγητης σιγουριάς καταφέρνω και συμμετέχω σε κάποιους λίγους ανοιχτού διαλόγους με κύρια συμμετοχή από επαγγελματίες του χώρου. Με άγνοια κινδύνου για το πόσο κινδυνεύω να εκτεθώ, θέτω ερωτήσεις και δίνω απαντήσεις που άλλοτε γοητεύουν άλλοτε απαξιώνουν τη συντακτική μου αισθητική. Στα λεπτά που περνάνε νιώθω ότι αποκωδικοποιώ την πληροφορία που έρχεται από την εμπειρία, αλλά αισθάνομαι πως απουσιάζει ο ενθουσιασμός της απειρίας.


Με τον ενθουσιασμό αυτόν έχω ντυθεί σήμερα. Σε ένα λευκό τουίντ pencil φόρεμα με λεπτομέρειες denim για τσέπες, χρυσά κουμπιά σε ύφος βυζαντινού νομίσματος και ντενίμ  πέδιλα με φαρδιά λουριά, χοντρό τακούνι δώδεκα πόντων και πεντάποντη φιάπα νιώθω πως έχω ψηλώσει, περπατάω πιο σωστά και μπορώ να σταθώ με ένα σχετικό θάρρος στα πράγματα. Το μακιγιάζ μου έντονο στα μάτια πίσω από τα κλασάτα, μεγάλα, λεοπάρ κοκάλινα γυαλιά μου αλλά εμένα να κατεβάζω συχνά το βλέμμα μου όταν έρχομαι αντιμέτωπη με κάποια στιγμιαία εκδήλωση θαυμασμού. Τελικά ποτέ δεν περιόρισα την ταπεινότητα μου, που εξασφαλίζει ίσως την πιθανότητα για μία θέση στον παράδεισο όχι όμως μια θέση στην επιτυχία. “Τί σκέφτεστε;” μου λέει τότε μία φωνή, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι άκουσα καθαρά ή κατάλαβα από που προέρχεται ακριβώς. Το ανοιχτό παράθυρο που βλέπει στο αίθριο, πιο εκλεπτυσμένα, στον κοινόχρηστο στην πραγματικότητα, φέρνει τον έντονο ήχο της καταιγίδας και στέλνει μαζί έναν αέρα που θολώνει την ικανότητα ακοής μας. Κοιτάζω τριγύρω και ένας κύριος κομψός, πολύ λεπτός, που φέρνει περισσότερο με χορευτή παρά με αρθρογράφο ή κάτι σχετικό, μου χαμογελά και μου ξανακάνει την ερώτηση.


Σε ένα μικρό άδειο τραπεζάκι κάτω από το γυάλινο μικρό υπόστεγο πίνουμε από ένα ζεστό ρόφημα. Για την ακρίβεια εγώ συνοδεύω λαίμαργη όπως πάντα τον ζεστό καφέ φίλτρου με μία πίτα βατόμουρο και είμαι μαγεμένη περισσότερο από το χρώμα από ότι με την ίδια τη γεύση. Ο κύριος Πιέρ, Γάλλος φιλέλληνας, πράγμα σύνηθες, σε άπταιστα ελληνικά αναρωτιέται πόσο η γλώσσα του σώματος και δε του δικού μου μπορεί να γεμίζει γραμμές ατελείωτες τη διάφανη  όψη του κόσμου γύρω μας καθώς μαρτυρά χιλιάδες σκέψεις. “Αυτό θα μπορούσε να σε κάνει μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση χορογράφου αν και φαίνεσαι ιδιαίτερα ανυπόμονη στον τρόπο σου για να δεις από τους χορευτές να ολοκληρώνουν τη χορογραφία σου μετατρέποντάς την σε θέαμα” μου λέει. “Θα πουλούσες εξαίσια, ως μάνατζερ κάποιου λογοτέχνη , τα βιβλία του αλλά είναι που είσαι ανυπόμονη και ξέρεις…..” μου ξαναλέει. “Δεν αποκλείεται να ήσουν αρχηγός μια ακτιβιστικής ομάδας , αλλά να που ως ανυπόμονη θα βαριόσουν να περιμένεις να δεις τα αποτελέσματα της δράσης του κινήματός σου” μου αναφέρει για το τέλος. Σε αυτό το σημείο θεωρώ πως το τέλος του είναι η αρχή της δικής μου εξομολόγησης. “Είμαι απλά πολύ ανυπόμονη ώστε να περιμένω να δω που το πάει κανείς όταν μιλάει μαζί μου γι’ αυτό αποφεύγω να μιλάω απευθείας αφού μπορεί να το κάνει η γλώσσα του σώματός μου”, του λέω ως απάντηση. “Μα…..”  μου λέει , “είσαι ανυπόμονη ακόμη και να μου απαντήσεις σε κάτι που φαντάζεσαι πως περιμένω ως απάντηση, αλλά εγώ απλά θέλω να γίνω η παρέα σου σήμερα”. Γρήγορα μου εξήγησε πως σε αυτήν την εκδήλωση είχε βαρεθεί πολύ τους τόσο μη ευέλικτους, αργούς και ελάχιστα ενεργειακά ατίθασους συμμετέχοντες. Αντίθετα είπε πως σε έμενα είδε να εκδηλώνονται όλα τα μη προφανή ενός καλλιτέχνη της γραφής και αυτό τον δελέασε.


Μέσα σε αυτά, η ανυπομονησία μου ήταν εκείνη που ως χαρακτηριστικό μου θετικά μάλλον παρά αρνητικά διέκρινε. “Ο γραπτός λόγος πρέπει μονίμως και ανυπόμονα να υπονοεί κάτι” μου είπε. Αυτή την “‘πένα” θα ήθελε να δει στους ανθρώπους που αρθρογραφούν στο online περιοδικό γύρω από τα trends της εποχής, του οποίου ήταν ο ίδιος ιδιοκτήτης, μου εξήγησε και μου ζήτησε να αναλάβω να τους προπονήσω. Με κάποια άλλη μου παλιότερη επαγγελματική ιδιότητα άλλα και με λάβαρο ένα αναμφίβολης αξίας προσωπικό χαρακτηριστικό φαίνεται πως πέτυχα το στόχο να γίνω ενδιαφέρουσα το διήμερο αυτό. Δεν είναι μόνο ότι  η βροχή σε κάνει μούσκεμα, είναι και που η βροχή ξεπλένει τους δρόμους. Δεν είναι πάντα η αδυναμία σου αυτό που πιθανόν να σε εκθέσει, είναι και που η ίδια μπορεί αν σε κάνει να ξεχωρίσεις, διαπιστώνω και ρίχνω στις πλάτες μου τη ριχτή ζακέτα που κρύβει φυσικά την κομψότητα που μου χαρίζει το φινετσάτο μου φόρεμα, αλλά δεν πειράζει γιατί απλά τώρα κρυώνω. 


AUTUMN 2021

Tuesday, October 12, 2021

Μία Vogue δε είναι αρκετή να ικανοποιήσει την περιέργειά μου

 Τετάρτη 13 Οκτωβρίου, έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας πορτοκαλοκολοκύθας και φυλλόπτωσης

Ξεφυλίζω μια γαλλική Vogue και συμμετέχω πνευματικά σε κάθε outfit. Τα γαλλικά μου εξαιρετικά ανύπαρκτα, αλλά κάθε Vogue, ιαπωνική, αραβική ή οποιαδήποτε άλλη απλά διαβάζεται με τα μάτια του πάθους για τη μόδα. Στο μαγαζάκι αυτό, στη διάσημη γωνία που πάντα συναντάς προσωπικότητες από τον χώρο της τέχνης, του θεάματος ή και της πολιτικής, βρίσκεις πάντα να διαβάσεις διάφορα διεθνή περιοδικά μόδας ή και επιστημονικά, τεχνολογίας και διεθνών σχέσεων. Έτσι περιμένοντας τον καφέ, το γλυκό , το φαγητό σου ή την παρέα σου πιάνεις το περιοδικό με το πιο ελκυστικό εξώφυλλο και χαζεύεις είτε κάποιο ενδιαφέρον άρθρο ή κάποιο εντυπωσιακό φωτογραφικό ρεπορτάζ ή κάποιο επιφανές πρόσωπο που γίνεται αντικείμενο ικανοποίησης της περιέργειας μας. Και εκεί ακριβώς εντοπίζω πως κάποιες Τετάρτες σαν σήμερα που χρειάζεται, να μπω, να βγω σε συρμούς, να ανέβω και να κατέβω σκαλιά , να διαβώ πάρκα, πλατείες και λεωφόρους, είμαι στ΄ αλήθεια τόσο εθισμένη στην παρατήρηση, που η μέρα γίνεται μικρότερη από ένα αμφιταλαντευόμενο σε διάθεση μεσοβδομαδιάτικο εικοσιτετράωρο.


Ήξερα από το πρωί πως θα περπατήσω πολύ. Ετσι φορώ δίποντα, χαμηλά καουμπόικα μπεζ μποτάκια, με ταμπά ξεθωριάσματα στις άκρες του δέρματος, και χρυσά τρουκς πάνω στο τακούνι. Ένα χαριτωμένο animal print φόρεμα συνδυασμένο με ένα εκρού πουλοβεράκι με κρατάει όσο ζεστή χρειάζεται το βροχερό αυτό μεσημέρι. Τα μαλλιά σφιχτά πιασμένα ψηλά, σε ένα τόσο δα κότσο, ώστε να κρατάω ολοκάθαρο το οπτικό μου πεδίο. Στην αποβάθρα κόβω βόλτες πάνω κάτω κρατώντας το σουέτ τσαντάκι ταχυδρόμου με αντίσταση προκειμένου να διατηρήσω τους ώμους ίσιους, πίσω και με κορμοστασιά περιφανή να διατηρήσω  το ανάστημα μου. Αυτό με κρατάει σε εγρήγορση και σε ανάλογη διερευνητική ετοιμότητα. Μια εξαιρετική ευκαιρία για επισκόπηση 360ο εμφανίζεται στο διάστημα όπου τα επόμενα 300 δευτερόλεπτα ο κόσμος σιγά σιγά συγκεντρώνεται αναμένοντας το τρένο των 12:45μμ.


Μια κυρία, κοντά στα 60, που θα μπορούσε να είναι και πενήντα καθώς υπερασπίζεται εξαιρετικά την εμφάνισή της, διαβάζει Καζατζάκη και φοράει Poison Dior , στοιχεία που εκ παραδρομής μάλλον προδίδουν την ηλικία της. Κάθεται σταυροπόδι σε μία θέση απομονωμένη από την πολυκοσμία και οι γάμπες της τόσο λεπτές και γυμνασμένες ανταγωνίζονται πολλές άλλες ακόμη και νεαρών, ολόφρεσκων κοριτσιών. Ένας κύριος, περίπου στα 40, λίγο πιο πέρα, έχει αγκαλιάσει με το ένα χέρι το τάμπλετ του, ενώ με το άλλο στη τσέπη αφήνει την εντύπωση πως νιώθει άνετος, αλλά δεν είναι. Το πρόσωπό του αλλάζει εκφράσεις, με πολλαπλές συσπάσεις των μετώπου, ζυγωματικών, χειλιών και φρυδιών και όλα μαζί μαρτυρούν μια προσήλωση σε κάτι βαρυσήμαντο αλλά και γεμάτο ευθύνη. Ωσ εκ τούτου, οι ώμοι του κοντεύουν να ακουμπήσουν τα αυτιά του, τα οποία είναι κόκκινα όπως το βελούδινο σιρίτι στο γκρι,  ψαροκόκαλό, μεσάτο, κοστούμι του αλλά και τα κόκκινα κοκάλινα γυαλιά του.  Την προσοχής μας τραβά ταυτόχρονα μια παρουσία που επιβιβάζεται από τον συρμό στην απέναντι από εμάς αποβάθρα. 


Μια κοπέλα, γύρω στα 25, που φορά μία ψηλοκάβαλη τζιν καμπάνα με ένα crop top, σε μπλε tweed, με μπλε βελούδο τελείωμα σε μανίκια και λαιμόκοψη, στέκεται απέναντι μας. Έχει ρίξει το βάρος του σώματος της στο δεξί της πόδι, απόδειξη χαλαρότητας απολαμβάνοντας, με εν δυνάμει χαμόγελο, το μήνυμα που διαβάζει στο κινητό της. Αιφνιδιάζει  ευχάριστα το κοινό ακόμη και τους πιο αδιάφορους, υπερόπτες ή αισθητικά μικροπρεπείς, ενώ αμέσως μόλις ο συρμός απομακρύνεται και εκείνη εμφανίζεται, όσοι εντοπίζουν την παρουσία της μαγνητίζονται και τελικά χωρίς να χρειαστεί να πληρώσουν  είσοδο μπόρεσαν και παρακολουθούσαν δωρεάν ένα μικρού, πολύ πολύ μικρού μήκους δωρεάν θέαμα. Μεταξύ αυτών παρατηρώ πως συμμετέχει και ο προ μερικών λεπτών αγχωμένος κύριος και εμφάνιση και αέρα στελέχους πολυεθνικού οργανισμού. Και ναι κάπως έτσι διαγιγνώσκεται με σύνδρομο διάσπασης προσοχής. 


Δεν αποκλείεται το σύνδρομο αυτό να είναι το ίδιο που για χρόνια κουβαλούσε ως παιδικό στίγμα και τον παρότρυνε να δείξει δόντια και νύχια και να εδραιωθεί σε μια σπουδαία  διευθυντική θέση, σήμερα που αρκετοί θα ζήλευαν. Εκείνη εντελώς ασυνείδητα ρίχνει το βλέμμα της προς την πλευρά του πιστεύοντας πως θα εντοπίσει το ραντεβού της, μάλλον; Εκείνος προλαβαίνει να κολακευτεί όταν ξαφνικά εκείνη γνέφει σηκώνοντας το πιγούνι της ψηλά και συντονισμένα με τις μύτες των ποδιών της και χαιρετίζει γεμάτη χαρά, ποια άλλη, πάρα την κύρια με τις λεπτές γάμπες αλλά και τα σαγηνευτικά πράσινα μάτια όπως η νεαρή με το μαύρο καρέ στιλπνό μαλλί τόσο στιλπνό όσο το μαύρο με αραιές μπούκλες μαλλί της μάλλον κοντά στα εξήντα υπέροχης ίσως γιαγιάς της, θείας της ή μητέρας της αλλά σίγουρα στιλιστικής της έμπνευσης. Ο συρμός φτάνει και το κορίτσι προλαβαίνει να της εξηγήσει πως είναι σε λάθος αποβάθρα πριν τη χάσει από το οπτικό της πεδίο. Όταν το τρένο απομακρύνεται και καθώς βλέπω μέσα από το βαγόνι τα δύο άτομα που μέχρι λίγο βρισκόταν μαζί μου στη δική μου πλευρά να μικραίνουν, κάτι ξαφνιάζει την προσοχή μου. Η κυρία και ο εν λόγω κύριος χαιρετιούνται αιφνιδιασμένοι και χαρούμενοι.


Σε εκείνο λοιπόν το καφέ εντοπίζω τρία τραπέζια από εμένα, τρία άτομα γνώριμα, σχεδόν οικεία και χωρίς να είμαι εγώ για εκείνους αλλά εκείνοι γα εμένα φίλοι της στιγμής που σταμάτησαν το χρόνο των χρόνων φιλίας, σε μια ημέρα, ονόματι Τετάρτη, νιώθω πως μου στήσαν ένα αστείο παιχνιδάκι για να με διασκεδάσουν όπως συνηθίζουν να κάνουν οι περαστικοί της ζωής μου. Με τη σειρά μου πίστεψα πως ο κύριος έπρεπε να βγει για λίγο από τον φαύλο κύκλο της επαγγελματικής του καθημερινότητας και ενώ του έπλεκα το εγκώμιο της ευτυχίας και μιας ανεμελιάς που η ζωή αργούσε να του φέρει, η όμορφη κύρια ως σαν εν μέρει γνωστή με κάποιον τρόπο για εκείνον φέρνει μαζί της δώρο μια λαχταριστή ιδέα έρωτα στα πεταριστά  βλέφαρα της νεαρής κοπελιάς.


AUTUMN 2021

Τόλμα το! Ειναι μόνο Τρίτη ακόμα……

Τρίτη 12 Οκτωβρίου, έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας πορτοκαλοκολοκύθας και φυλλόπτωσης

Μπαίνω στη μεγάλη αίθουσα. Τα φώτα λιγοστά, η ατμόσφαιρα Μποκέ. Τι ακριβώς διαδραματίζεται και ποιοι συμμετέχουν, αόριστο. Ο χώρος μυρίζει καπνός ανακατεμένος με βανίλια και φασκόμηλο. Σκιές από φιγούρες που πάνε και έρχονται, ψιθυρίσματα που ακούγονται σα να έρχονται από τον βυθό. Καταλήγουν να είναι σαν αέρινες λέξεις που τις φωνάζαν προτού τις αποδυναμώσει η μακρά διαδρομή που είχαν να διανύσουν. Σα να κρατούν κάποιο επτασφράγιστο μυστικό τα πρόσωπα, αλληλεπιδρούν μονάχα μεταξύ τους και με τα χέρια τους στέλνουν και παίρνουν πίσω τους ενέργεια. Αυτή είναι η αλήθεια. Μένεις με την εντύπωση πως κάποιοι συμμετέχουν σε κάποιο ενεργειακό είδος παιχνιδιού όπου μέχρι να σφυρίξουν το τέλος του κανείς δεν αποσπάται από κανενός είδους εξωτερικό ερέθισμα. 


Εγώ βρίσκομαι εκεί ύστερα από ένα απρόσμενο κάλεσμα. Είμαι σχεδόν πάντα καχύποπτη και συγκρατημένη σε καλέσματα αγνώστου προελεύσεως αλλά δελεάζομαι όταν το ένστικτό μου με καθοδηγεί στην πηγή τους. Ετσι έγινε κατόπιν εκείνης της πρόσκλησης που έλαβα από κάποια κύρια, με ονοματεπώνυμο και θέση στη διοίκηση του συγκεκριμένου θεάτρου, για μία ευ όλης της ύλης κουβέντα γύρω από μια πιθανή συνεργασία. Με θεατρικά κείμενα δεν είχα ασχοληθεί ποτέ ούτε καν είχα σκεφτεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο απόδοσης του γραπτού μου λόγου, ο οποίος ωστόσο ξεκάθαρα δεν ήταν ποτέ δημοσιογραφικός, πολιτικά ορθός και συντακτικά άρτιος. Σε εκείνη την ποιητική βραδιά, κάποια τυχαιότητα, μία σύμπτωση και ενώ προλόγιζα ποιητικά και απήγγειλα λογοτεχνικά, κάποιος, σε κάποιον άλλο και τελικά στην συγκεκριμένη κυρία ανέφερε πως εγώ, θα μπορούσα ίσως να δουλέψω πάνω σε κάποιο θεατρικό κείμενο. Έδειξα σεβασμό, υπακοή και ταπεινοφροσύνη όταν ήρθε η ώρα των λεπτομερειών, της περιγραφής και της τελικής πρότασης. Ωστόσο από το πρώτο δευτερόλεπτο που μπήκα στον χώρο, όσο περίμενα να καθίσω σε ένα γραφείο που δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει κάτι άλλο από καμαρίνι και μέχρι όταν άλλαξα τον αέρα μου πατώντας και τα δύο μου πόδια στο πεζοδρόμιο, ήξερα πως δεν ανήκα εκεί. 


Και πιο πίσω ακόμη, στις φορές που ως θεατής επισκέφτηκα μία παράσταση, την ώρα που με κέρδιζε, αν και σπάνια , το έργο, δεν έπαυαν να μου ξενίζουν όλα. Ένιωθα πως όλα προέρχονταν από ένα σύμπαν έξω από το δικό μου αν και το δικό μου είναι συχνά έξω από πολλών άλλων. Ήμουν φτιαγμένη αλλιώς, με τις αδυναμίες μου και τις υπεροχές μου σε σχέση με τον χώρο. Εγώ στο θέατρο μοιάζω σαν κυριλέ κομουνιστής και σαν μποέμ δεξιός μαζί. Μπορούν να συμβούν αλλά ελλοχεύουν τον κίνδυνο της λογοκρισίας. Αυτό ακριβώς είπα λίγα λεπτά πριν,  ότι δηλαδή κινδύνευαν να λογοκριθούν, που κάποιος με πιο κινηματογραφική οπτική της τέχνης του θεάματος θα προσπαθούσε να σταθεί και να αποδώσει λιγότερο θεατρικά από ότι στο θέατρο και στους ανθρώπους του αξίζει, την τέχνη αυτή. Πάντα λειτουργούσα προστατευτικά και σίγουρα αυτό δεν έδωσε ποτέ στα πράγματα της ώθηση που χρειάζονταν για να γίνουν. Όμως τώρα μου ζητούσαν απλά να γίνουν τα πράγματα, να επιβιβαστώ με άλλους μαζί για ένα ταξίδι που οι υπόλοιποι απολαμβάνουν την επανάληψή του ενώ εγώ απλά δεν το είχα ποτέ ονειρευτεί ως προορισμό. 


Αυτά σκέφτομαι όση ώρα βαδίζω για το σπίτι. Αποφάσισα να κάνω τον χρόνο μεγαλύτερο για να χωρέσει όλη η σκέψη. Όυτε λεωφορεία, ούτε ταξί, αφετηρίες και τερματικούς σταθμούς. Τίποτα που μπορεί να αποσπάσει την προσήλωση μου στην απόφαση. Το βήμα σταθερά αποφασιστικό, τόσο αλλιώς από τις ήρεμες, άπνοες ή υπερβολικά νευρικές και σπασμωδικές άλλοτε παρουσίες της σκηνή. Το παρουσιαστικό μου σκληρό, με απουσία πλαστικότητας και εσκεμμένης αδεξιότητας, το αντιλαμβάνομαι σε κάθε του κίνηση ή στάση. Πως θα μπορούσα να τσαλακώσω τη στάση μου στα πράγματα και να φαίνεται αυτό στις γραμμές και στα λόγια; Μέχρι τώρα, μόνο υπονοούσα πως μπορούσα να τσαλακώνομαι εξολοκλήρου, αρκεί να μην το ξέρεις κανείς πέρα από εμένα. Εμένα, που με βρίσκει έξω από το διαμέρισμα της αυθόρμητης νεαράς, μόλις είκοσι επτά ετών καινούριας μου φίλης. Ξαφνιάζεται που με βλέπει χωρίς να έχω πριν ενημερώσει, πάρω έγκριση και με διακριτικότητα συμφωνήσω τη συνάντησή μας. Η αντίδρασή της εκτοξεύει ενθουσιασμό μάλλον παρά ξάφνιασμα. “Επιτέλους!”, λέει και ξέρω πως εννοεί επιτέλους που έκανα ότι μου ήρθε στο κεφάλι. Επιτέλους που από καιρό της έλεγα και τελικά το έκανα, να φορέσω δηλαδή μια μέρα, το λευκό, κλασικό σε γραμμή πουκάμισο του άντρα μου και από πάνω το φαρδύ, άνετο, βαμβακερό, μπλε πουλόβερ που είχαμε μαζί αγοράσει από εκείνο το παραθεριστικό μαγαζάκι σε εκείνο το ταξίδι μας πέρυσι στην Ιρλανδία και τα δύο μαζί ap;a ως φόρεμα. Αυτήν την εμφάνιση αποκάλυψη διάβασε σήμερα, μια μέρα Φθινοπώρου, βροχερή που όμως τόλμησα με τις γάμπες γυμνές πάνω στα λευκά, σατέν, μούσκεμα τώρα, φυλαγμένα από πάντα στο κουτί, αγαπημένα μου mules, η φρέσκια ματιά της φίλης μου. “Τόλμα το!” μου λέει, “τι και αν νιώθεις έξω απ’ τα νερά σου”. “Μόνο εσύ το νιώθεις, κανένας μας άλλος”.


AUTUMN 2021

Monday, October 11, 2021

Μια Δευτέρα με “τα πρέπει” στις τσέπες

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου, έτος «Φούξια Αγριοβατομουριάς». 

Μήνας πορτοκαλοκολοκύθας και φυλλόπτωσης

Δευτέρα πρωί πρωί και έχω να πάω ……..παντού. Το θέμα είναι πως μου αρέσει να πηγαίνω παντού αλλά όχι τις Δεύτερες συνήθως. Ειδικά αυτή τη Δευτέρα είμαι βαριά και δυσκίνητη. Νυστάζω και θέλω να μαγειρέψω κάτι ζεστό , νόστιμο και να σκεφτώ ελάχιστα. Οξύμωρο! Συνήθως όταν έχω να κάνω πολλά είναι που σκέφτομαι λιγότερο αλλά σήμερα θα ήταν πραγματική επιτυχία να έκανα λίγα και να σκεφτόμουν ακόμη λιγότερα. Δεν τολμώ να ανοίξω το ημερολόγιο μου ενώ γελάω στον εαυτό μου με την ιδέα πως σήμερα έχω προγραμματισμένο και ένα δίωρο στο γυμναστήριο. Αλήθεια γιατί πρέπει να πηγαίνω γυμναστήριο; Γιατί θέλω να είμαι υγιής και καλαίσθητη. Δεν είμαι ; Ποιος μου εγγυάται πως αυτό δεν μπορεί να ισχύσει αν δε γυμνάζομαι; Είναι ένα ακόμη πρέπει στα τόσα. Αν ήταν τα θέλω περισσότερα, σκέφτομαι, κάποια πρέπει θα είχαν σίγουρα την αξία guest star στη ζωή μας. 



Κατεβαίνω αργά τις σκάλες και θέλω σχεδόν να κάτσω στα σκαλοπάτια. Ας κάτσω λοιπόν, γιατί όχι. Κάθομαι 20 λεπτά, 20 ολόκληρα λεπτά. Ποτέ δεν είχα κάτσει σε αυτά τα σκαλοπάτια και τους άξιζαν κάποια λεπτά. Σε αυτά τα λεπτά κατάφερα και δε σκέφτηκα απολύτως τίποτα. Μέσα στην καπιτονέ, γυαλιστερή, μπεζ ολόσωμη πιτζάμα μου, έμεινα ζέστη και ξέγνοιαστη για 20 ολόκληρα λεπτά. Θυμήθηκα για λίγο την κουβέντα που είχα τρεις μέρες πριν με την μαθήτρια που θα αναλάμβανα να διδάξω. Λεπτά μετά την κουβέντα μας περί προγραμματισμού ωρών και ημερών παρακολούθησης των μαθημάτων, ξεκίνησε να μου εξιστορεί πόσο δίσταζε να ακολουθήσει το όνειρο της ενώ στα χέρια της διέκρινα όλη την κούραση και την αγωνία των λάθος κατ’ εκείνη επιλογών της. Άκουσα τόσα πολλά και κατέληξα σε κάτι τόσο δα σύντομο: δεν πήρε ποτέ το χρόνο και το χώρο που ήταν απαραίτητος για να δει και να αποφασίσει. 


Σηκώνομαι, κατεβαίνω τα σκαλιά και στέκομαι στη μέση του σαλονιού λες και το σπίτι μου είναι δαιδάλωδες και δεν μπορώ να αποφασίσω προς τα που να πάω. Στέκομαι σχεδόν ακίνητη για λίγη ώρα και περιμένω να δω τι θα μπορούσε να μου τραβήξει το ενδιαφέρον εκείνη τη στιγμή. Πέφτει το μάτι μου στο κουτί πλάι στο πιάνο. Το δώρο εκείνο. Το κουτί που είχε στο περιτύλιγμα του όλη την αγάπη του κόσμου. Θυμάμαι στα μάτια τους την αγάπη να ξεχειλίζει όσο ξετύλιγα και ξετύλιγα. Και τα παπούτσια μέσα ….. Αχ, αυτά τα παπούτσια! Κροκό λαδί δέρμα, με κόκκινο δερμάτινο σιρίτι γύρω γύρω και κόκκινο πάτο. Ένα ζευγάρι γόβες, μούρλια ! Μήπως να τις φόραγα όλη μέρα σήμερα? Αυτό κάνω. Τις φοράω και τραβάω προς τη ντουλάπα. Ξεκρεμάω από μέσα το oversized χακί κασμιρένιο σακάκι, το ρίχνω στις πλάτες μου και βγαίνω στο μπαλκόνι. Ξαναθυμάμαι την κοπέλα. Νομίζω της είπα κάτι πολύ λιγότερο από αυτό που έπρεπε. 


Γυρνάω πάλι μέσα. Ακουμπώ τα χέρια μου στο πάγκο της κουζίνας και μαγειρεύω κάτι γρήγορο και αγαπημένο. Αυγά, τηγανίτες πατάτες και χωριάτικα λουκάνικα. Ανοίγω ένα μπουκάλι ροζέ κρασί και γεμίζω το ποτήρι. Τρώω αργά και απολαμβάνω κάθε μπουκιά, ντυμένη. Είμαι ντυμένη με το κασμιρένιο σακάκι μου και τις υπέροχες λαδί γόβες μου. Είμαι έτοιμη να κάνω το σωστό, να τολμήσω ένα ακόμη τελευταίο, όπως κάθε φορά λέω, πρέπει. Νιώθοντας υπέροχη μέσα στην εικόνα μου και πιο τολμηρή από ποτέ, αντικρίζω τον εαυτό μου στο καθρέφτη και μου γνέφω καταφατικά. Αρπάζω το τηλέφωνο και την καλώ. Μου απαντάει. Ήθελα να της πω πως κοιτώντας καλά στα μάτια όσους αφιερώνουν ώρα για την ίδια,  θα δει πως ότι θέλει το έχει ήδη βρει. Τα υπόλοιπα πρέπει ή μη είναι μόνο όλα όσα χρειάζονται για να γραφτεί η ιστορία. Τελικά σήμερα πήγα λίγο πιο κοντά στην αλήθεια μου. Από αύριο μπορώ πάλι να πάω παντού. 



AUTUMN 2021